Γράφει:

Το σύνδρομο του αλάνθαστου: Η προσωποποίηση της εξουσίας και ο εξΑΚΕΛισμός της Κυβέρνησης

Το 1956 ο Νικήτα Χρουστσώφ, ηγέτης της ΕΣΣΔ και διάδοχος του Ιωσήφ Στάλιν, σε τοποθέτησή του στο 20ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, αποκήρυξε τον αυταρχισμό και τις δολοφονικές εκκαθαρίσεις πολιτικών αντιπάλων στις οποίες είχε προβεί ο προκάτοχός του. Ο Χρουστσώφ όμως δεν είχε υπολογίσει επακριβώς τις συνέπειες των λόγων του. Πιο συγκεκριμένα, δεν είχε σκεφτεί πόσο δύσκολο θα ήταν για τους πιστούς οπαδούς του «πατερούλη Στάλιν» να αντιληφθούν ότι ήταν εν τέλει δυνατό ο μέχρι πρότινος απόλυτος άρχοντας της ΕΣΣΔ και του ανατολικού μπλοκ να διαπράττει σφάλματα. Άλλωστε και μόνον η σκέψη αυτή ήταν απαγορευμένη. Διαβάζοντας λοιπόν τα απρόσμενα λόγια του Χρουστσώφ, ο ηγέτης του αντίστοιχου κομμουνιστικού κόμματος της Πολωνίας, Μπόλεσλαβ Μπίερουτ, υπέστη ένα ανεπανόρθωτο σοκ. Πιο συγκεκριμένα, ο Πολωνός κομματάρχης, υπέστη καρδιακό επεισόδιο και απεβίωσε!

Προπαγάνδα και πειστικότητα

Ένα αποτελεσματικό σύστημα πολιτικής προπαγάνδας επιδιώκει πρωτίστως να απαλλοτριώσει τον πολίτη από την ικανότητά του να αμφισβητεί την αρχή. Να του αποστερήσει δηλαδή -προσοχή στην λεπτή διαφορά- όχι το δικαίωμα του αντιλόγου, αλλά την δυνατότητα να σκέπτεται εναλλακτικά. Σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, όπου το δικαίωμα του αντιλόγου είναι θεσμικά και νομικά κατοχυρωμένο, η πειθώ είναι το ισχυρότερο όπλο του προπαγανδιστή. Η δύναμη της πειθούς μπορεί να έχει δύο πηγές: Πρώτον, την ιδιότητα του πολιτικού μηνύματος να μεταβιβάζεται αποτελεσματικά από τον «πομπό» – ηγέτη, στον «δέκτη»-πολίτη. Η ιδιότητα αυτή παρουσιάζεται στους λε-γόμενους «χαρισματικούς ηγέτες», οι οποίοι συνήθως ηγούνται κεντροδεξιών πολιτικών σχηματισμών, σπανιότερα δε και κεντροαριστερών-σοσιαλιστικών. Δεύτερον, στην ετοιμότητα του πολίτη όχι μόνον να απορροφήσει άμεσα το πολιτικό μήνυμα του ηγέτη, αλλά και να το υιοθετήσει και, εν συνεχεία, να καταστεί και ο ίδιος πομπός, μεταδίδοντάς το ανυστερόβουλα και στους συμπολίτες του. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται στα κόμ-ματα συγκεντρωτικής δομής, κυρίως δε στα αριστερά κομμουνιστικά. Η διαφορά μεταξύ των δύο μοντέλων προπαγάνδας είναι ότι το δεύτερο είναι πολύ πιο ισχυρό και αποτελεσματικό, κυρίως γιατί σε αυτή την μορφή σχέσης «πομπού»-«δέκτη», ο τελευταίος έχει εκ των προτέρων εκπαιδευτεί έτσι ώστε να μην αναπτύσσει κεντρόφυγες τάσεις.

Ακριβώς το δεύτερο αυτό μοντέλο προπαγάνδας είναι που έχει υιοθετηθεί και τελειοποιηθεί από το ΑΚΕΛ. Σε αυτό δε το κυπριακό κομμουνιστικό κόμμα οφείλει σε μεγάλο βαθμό την ιδεολογική, πολιτική και εκλογική του κυριαρχία στην μετά-1974 πολιτική ζωή της Κύπρου. Όπως γράψαμε και σε παλαιότερη ανάλυση, στο τεύχος Ιουνίου 2009, «το ΑΚΕΛ ήταν και είναι μια κυρίαρχη πολιτική δύναμη στην κυπριακή πολιτική ζωή επειδή διατηρεί ένα καλοκουρδισμένο σύστημα δικτύωσης σε όλα τα επίπεδα της κυπριακής κοινωνίας». Ένα σύστημα που, ενώ είναι πολυδιάστατο και ευρύτατο (από την πολιτική, τον αθλητισμό, τον συνδικαλισμό, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, τον βιομηχανικό κλάδο, τα ΜΜΕ κ.λπ), είναι συγκεντρωτικό και λειτουργεί με βάση αυστηρούς όρους εντολής του κόμματος. Ενώ είναι κλειστό και απροσπέλαστο, ταυτόχρονα είναι παρεμβατικό προς τις παρυφές της αριστεράς, γεγονός που παρέχει στο κόμμα την ικανότητα να διευρύνεται εις βάρος του ενδιάμεσου χώρου. Παράλληλα, το ΑΚΕΛ κατορθώνει κυρίως μέσω της διείσδυσής του στην νεολαία -ήδη από τις παιδικές ηλικίες- να επιτυγχάνει ό,τι ονειρεύεται κάθε σχεδιαστής πολιτικής: Μία σκληρή εκλογική βάση, απαλλαγμένη από τον «πειρασμό» του αντιλόγου και της αποσκίρτησης.

Από το κόμμα στην Κυβέρνηση

Αναλαμβάνοντας την διακυβέρνηση του τόπου πριν από δύο χρόνια, για πρώτη φορά υπό τον Γενικό του Γραμματέα, το ΑΚΕΛ διέπραξε ένα μοιραίο σφάλμα, το οποίο περιόρισε σε μεγάλο βαθμό την ικανότητά του να ηγηθεί ενός ευρέος, διαρκούς πολιτικού συνασπισμού στον ενδιάμεσο χώρο, από την αριστερά έως τις παρυφές της κεντροδεξιάς. Ενός συνασπισμού που θα του παρείχε επαρκή νομιμοποίηση για να προχωρήσει στα φιλόδοξα σχέδια του ηγέτη του για μια «δίκαιη λύση και δίκαιη κοινωνία». Το σφάλμα αυτό έγκειται στο ότι επιχείρησε να μεταφέρει πολλά από τα στοιχεία της εσωτερικής του οργάνωσης σε επίπεδο Κυβέρνησης. Πόσο εύκολο όμως είναι ένα κόμμα, το οποίο στο εσωτερικό του είναι εξαιρετικά συγκεντρωτικό και εσωστρεφές (στα όρια του μυστικισμού), όπου ο αντίλογος από τα μέλη προς την ηγεσία μάλλον ηχεί ως ξεκαρδιστικό ανέκδοτο, να μετατραπεί σε Κυβέρνηση συνασπισμού υπό αυτούς ακριβώς τους όρους και τα δεδομένα; Η πράξη απέδειξε πως μόνο εύκολο δεν ήταν. Οι συνέπειες ήταν περισσότερο ορατές στην διαχείριση του κυπριακού. Και ενώ ο Πρόεδρος θα μπορούσε, με «μικρές και έξυπνες παραχωρήσεις» προς τους εταίρους του (π.χ. διορισμός εκπροσώπων του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ στην διαπραγματευτική ομάδα) και, κυρίως, με ενδείξεις προσκόλλησης στις προεκλογικές του δεσμεύσεις (π.χ. αναπροσαρμογή στρατηγικής μετά την κατάθεση του συνομοσπονδιακού εγγράφου Ταλάτ), έπραξε εντελώς διαφορετικά: Εισήλθε σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενες ικανοποιητικές συγκλίσεις, προέβη σε μονομερείς υποχωρήσεις που ήταν γνωστό ότι θα απορρίπτονταν από τους συγκυβερνώντες, αποδέχτηκε τον περιορισμό των διαπραγματεύσεων στο κεφάλαιο διακυβέρνηση, επέδειξε ανοχή στην συνέχιση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας χωρίς επιπτώσεις για την μη εφαρμογή του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Άγκυρας κ.α. Δηλαδή στην ουσία η όλη διαδικασία των απευθείας διαπραγματεύσεων συνδιαμορφώθηκε από τον Πρόεδρο, την Άγκυρα και τον Ταλάτ, αλλά και την ομάδα Ντάουνερ, χωρίς την συμμετοχή των κομμάτων της συγκυβέρνησης. Από όλους τους παίχτες του παιχνιδιού, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ ήταν οι μόνοι που δεν τους «μοιράστηκε φύλλο».

Όλες αυτές οι ενέργειες υπήρξαν μονομερείς, με μόνη την έγκριση του ΑΚΕΛ, του μοναδικού στην ουσία κυβερνώντος κόμματος. Τόσο η ΕΔΕΚ, όσο και το ΔΗΚΟ, έφεραν βαρέως την έλλειψη ικανοποιητικού συντονισμού στην διαχείριση του κυπριακού, γεγονός που δεν επέτρεπε στα δύο κόμματα του ενδιάμεσου χώρου να εμβολιάσουν την όλη διαδικασία με τις θέσεις τους. Η στάση αυτή του Προεδρικού οδήγησε στην -διόλου αθόρυβη- έξοδο της ΕΔΕΚ από το σχήμα και στην ενδυνάμωση των ήδη ισχυρών φωνών εντός του ΔΗΚΟ που επιδιώκουν το ίδιο. Την ίδια στιγμή, Προεδρικό και ΑΚΕΛ βρέθηκαν στην γωνία, δεχόμενα τα πυρά όλων -ακόμη και του αρχικά συνεργάσιμου ΔΗΣΥ- πεισματικά όμως αρνούμενα να αποδεχτούν τα ολισθήματά τους. Αντί αυτού, μιλούν για έλλειψη στήριξης στον Πρόεδρο και για την ύπαρξη «σκοτεινών συντονιστικών κέντρων».

Ένας από τους κορυφαίους ιστορικούς του Ψυχρού Πολέμου, ο John Lewis Gaddis, αναφερόμενος στην ΕΣΣΔ, κυρίως της σταλινικής περιόδου, υποστηρίζει μεταξύ άλλων το εξής: «(…) Το μεγάλο μειονέκτημα αυτών των συστημάτων είναι η απουσία ελέγχων και εξισορροπήσεων: Ποιος θα πει στον αυταρχικό ηγέτη ότι πρόκειται να διαπράξει κάποια βλακεία; Οι δολοφονίες που ενέκρινε ο Στάλιν, τα κράτη που κατέλαβε, οι συνοριακές διευθετήσεις επί των οποίων επέμενε και η σφαίρα επρροής που επέβαλε δεν εξασφάλιζαν διαρκή ασφάλεια για την ΕΣΣΔ, αλλά ακριβώς το αντίθετο». Κατά αντιστοιχία, η μονόπλευρη διαχείριση του κυπριακού από το Προεδρικό, με την στήριξη του ΑΚΕΛ, οδήγησε στο αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: Στην διολίσθηση του κυπριακού σε επικίνδυνες ατραπούς και στην διάλυση του κυβερνητικού συνασπισμού. Την ίδια στιγμή, όλες οι κοινωνικές μετρήσεις έδειχναν εξαιρετικά χαμηλή λαϊκή αποδοχή των χειρισμών του Προέδρου. Η προβαλλόμενη εικόνα του αλάνθαστου ηγέτη, που το μόνο που χρειάζεται είναι την στήριξη των υπολοίπων για να υλοποιήσει τους στόχους του, όχι όμως και την συμβουλή τους, αποδεικνύεται αναποτελεσματική. Ποιος άλλωστε δεν διαπράττει σφάλματα και ποιος, όταν δεν τα διαγνώσει και δεν τα παραδεχτεί έγκαιρα, δεν τα πληρώνει στο τέλος; Ακόμα και ο ίδιος ο Στάλιν ενίοτε αποδεχόταν ότι έσφαλλε. Ενδεικτικά, αμέσως μετά την επικράτηση των κομμουνιστών στον κινεζικό εμφύλιο, ανέφερε σε Κινέζους επισκέπτες του: «Οι απόψεις μας δεν είναι πάντοτε ορθές (…). Όποτε διαπράττουμε ένα λά-θος θα πρέπει να μας το λέτε, έτσι ώστε να σημειώνουμε το λάθος και να το διορθώνουμε».

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>