Γράφει:

Τι γίνεται με τους αγνοούμενους;

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάσισε στην Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου κατά της Τουρκίας το 2001, ότι οι υποχρεώσεις της Τουρκίας στο θέμα των αγνοουμένων δεν παραγνωρίζονται, ούτε και παραμερίζονται λόγω της ύπαρξης της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοούμενους (ΔΕΑ). Το Δικαστήριο αποφάσισε επομένως ότι η Τουρκία φέρει την ευθύνη για παραβιάσεις θεμελιωδών άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τόσο όσον αφορά στους ίδιους τους αγνοούμενους, όσο και στους συγγενείς τους. Κρίθηκε ότι η Τουρκία, η οποία ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί του «κράτους μαριονέτα» των κατεχομένων, παραβιάζει το άρθρο 2 της Σύμβασης που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ζωή, λόγω της παράλειψης των τουρκικών αρχών να διεξάγουν αποτελεσματική έρευνα για την τύχη των Ελληνοκύπριων αγνοουμένων που εξαφανίστηκαν κάτω από επικίνδυνες και θανάσιμα απειλητικές συνθήκες.

Περαιτέρω, αποφασίστηκε ότι η Τουρκία παραβιάζει το άρθρο 5 της Σύμβασης που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια, διότι παρέλειψε να διεξάγει έρευνα για την τύχη των προσώπων που εξαφανίστηκαν ενόσω βρίσκονταν υπό κράτηση από τις τουρκικές αρχές. Επιπλέον, παραβιάζει και το άρθρο 3 της Σύμβασης που απαγορεύει τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση, λόγω της απάνθρωπης μεταχείρισης στην οποία η τουρκική άρνηση να παρέχει πληροφορίες υποβάλλει τους συγγενείς των αγνοουμένων και λόγω των δυσμενών συνεπειών που έχει στα πρόσωπα αυτά η άρνηση της Τουρκίας να δώσει τις απαιτούμενες πληροφορίες.

Η απόφαση στην Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή εκδόθηκε το 2001. Έκτοτε η κυπριακή Κυβέρνηση επέλεξε να μην προβεί στις δέουσες ενέργειες για να πιέσει για την εφαρμογή της απόφασης προς όφελος των πολιτών της, είτε σε επίπεδο Συμβουλίου της Ευρώπης, είτε και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ζήτημα των αγνοουμένων δεν τέθηκε ποτέ ως κριτήριο για την περαιτέρω πορεία των ενταξιακών σχέσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πολιτική απόφαση για μη προώθηση του αιτήματος για άμεση εκτέλεση της Τέταρτης Διακρατικής Προσφυγής είχε αρχικά ληφθεί επί κυβερνήσεως Κληρίδη, ενόψει των διαπραγματεύσεων που διεξάγονταν τότε μεταξύ του τότε Προέδρου Κληρίδη και του Ραούφ Ντενκτάς, διαπραγματεύσεων που ως γνωστόν οδήγησαν στην υποβολή του σχεδίου Ανάν. Παρόμοια στάση υιοθετήθηκε και επί κυβερνήσεων Παπαδόπουλου και Χριστόφια.

Η πολιτική απόφαση για εξουδετέρωση της Τέταρτης Διακρατικής Προσφυγής περιέπλεξε άνευ λόγου το ζήτημα των αγνοουμένων. Εν πρώτοις, οι περισσότεροι συγγενείς των αγνοουμένων δεν έχουν μέχρι σήμερα ενημερωθεί επίσημα για την σημασία της Τέταρτης Διακρατικής Προσφυγής. Από το ρεπορτάζ και από συζητήσεις με συγγενείς αγνοουμένων διαπιστώθηκε ότι αρκετοί από αυτούς δεν γνωρίζουν ότι με την απόφαση υπήρξε καταδίκη της Τουρκίας για το σύνολο των αγνοουμένων, δηλαδή περιλαμβανομένων και όσων αγνοουμένων έχουν προσφύγει, με ατομικές προσφυγές, ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο δικηγόρος Αχιλλέας Αιμιλιανίδης μας υπέδειξε ότι οι ατομικές προσφυγές (με εξαίρεση ατομικές προσφυγές που αφορούν σε αγνοούμενους των οποίων έχουν βρεθεί τα οστά) δεν προσθέτουν οτιδήποτε στην απόφαση της Τέταρτης Διακρατικής Προσφυγής, εφόσον η απόφαση εκείνη αφορούσε το σύνολο των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων. Το πρόβλημα είναι ότι επιλέχθηκε να μην προωθηθεί η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου, ώστε να μην «μειωθεί η θέληση της Τουρκίας για λύση του κυπριακού». Θαρρείς και η θέληση της Τουρκίας υπάρχει όταν δεν της ασκείται πίεση, αντί όταν της ασκείται.

Σε συνέντευξή του στον Μιχάλη Κοντό, τον Ιούνιο του 2008, ο τέως Δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Λουκής Λουκαΐδης είχε αναφέρει τα ακόλουθα:

«Η απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση αυτή εκδόθηκε το 2001. Από τότε υπήρχαν δύο διαδρομές που έπρεπε να ακολουθηθούν: Η μια αφορούσε στην αξιοποίηση της απόφασης ως απόδειξης από ανεξάρτητο διεθνές δικαστικό όργανο της ευθύνης της Τουρκίας για συνεχιζόμενες μαζικές και οργανωμένες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Τουρκία στην Κύπρο, που αποτελεί και την ουσία του κυπριακού προβλήματος ως έχει σήμερα. Η άλλη διαδρομή αφορούσε στην προσπάθεια λήψης μέτρων για την εκτέλεση της απόφασης με αποκατάσταση από την Τουρκία των δικαιωμάτων που παραβιάσθηκαν υπό την εποπτεία της Επιτροπής Υπουργών και για την επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεων σε βάρος της Τουρκίας για τις παραβιάσεις που διαπίστωσε το Δικαστήριο. Η αξιοποίηση της απόφασης αυτής ως απόδειξης της ενοχής της Τουρκίας εξαρτάτο βασικά από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία σε συνεργασία με τον Γενικό Εισαγγελέα. Στην πρώτη φάση εξαρτάτο από τον Πρόεδρο Κληρίδη και τον κ. Μαρκίδη. Αντί όμως να αξιοποιηθεί η απόφαση προς όλες τις κατευθύνσεις, περιλαμβανομένου και του ΟΗΕ, καταλήξαμε στην φάση αυτή να παραμερισθεί η απόφαση από το σχέδιο του Γεν. Γραμματέα του ΟΗΕ Ανάν το οποίο μάλιστα προνοούσε διευθετήσεις του κυπριακού ασυμβίβαστές με τις διαπιστώσεις της απόφασης, περιλαμβανομένης και της ευθύνης της Τουρκίας σε σημείο που όλες τις υποχρεώσεις της Τουρκίας που προέκυπταν σύμφωνα με την απόφαση τις αναλάμβανε το νέο κυπριακό κράτος και κυρίως τα θύματα, δηλαδή οι Ε/Κ. Η ζημιά που έγινε με το σχέδιο αυτό στο δεδικασμένο της απόφασης ήταν τεράστια. Μάλιστα το σχέδιο εξέπεμπε το μήνυμα στην Ευρώπη και στο ΕΔΑΔ ότι η απόφασή του δεν είχε σημασία, ότι η Ε/Κ ηγεσία, πολιτική και νομική, άλλαζαν πορεία και απομακρύνονταν από την εκτέλεση της απόφασης… Το αποτέλεσμα είναι ότι λησμονήθηκε πράγματι εντελώς η απόφαση, για να μην πω ότι έχει επίσης απωλέσει σε μεγάλο βαθμό την αποτελεσματικότητά της».

Η αλήθεια για τις πρόσφατες εξελίξεις

Στις 18 Σεπτεμβρίου 2009 εκδόθηκε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην προσφυγή «Βαρνάβα και άλλοι κατά Τουρκίας», η οποία είχε καταχωρηθεί το 1990. Η προσφυγή κρίθηκε παραδεκτή από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου το 2009 και με αυτήν καταδικάστηκε η Τουρκία σε καταβολή αποζημίωσεων στους Αιτητές (περίπου 12,000 ευρώ ανά αγνοούμενο). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως καθίσταται αντιληπτό, το ποσό των αποζημιώσεων για κάθε αγνοούμενο είναι ουσιαστικά ασήμαντο. Το μοναδικό ουσιαστικό κέρδος για τους συγγενείς των αγνοουμένων είναι η καταδίκη της Τουρκίας, καταδίκη η οποία είχε ήδη επιτευχθεί για το σύνολο των αγνοουμένων ήδη από το 2001. Στην υπόθεση Βαρνάβα όμως, το Δικαστήριο αποδέχθηκε ουσιαστικά ότι οι συγγενείς των αγνοουμένων θα έπρεπε να είχαν προσφύγει στο Δικαστήριο τουλάχιστον από το τέλος του 1990 (όπως οι Αιτητές στην υπόθεση Βαρνάβα), ώστε να μην βρίσκονται εκτός της εξάμηνης προθεσμίας, μη τήρηση της οποίας κρίθηκε ότι επιφέρει απόρριψη της προσφυγής ως μη παραδεκτής.

Αναμφίβολα η απόφαση Βαρνάβα συνιστούσε μια πύρρειο νίκη. Αν και οι Αιτητές δικαιώθηκαν, ταυτόχρονα έκλεινε η πόρτα για άλλους Αιτητές να διεκδικήσουν καταδίκη της Τουρκίας σε αντίστοιχες προσφυγές που καταχωρήθηκαν μετά το 1990. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην αναπόφευκτη πρόσφατη απόρριψη αριθμού προσφυγών συγγενών Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων ως μη παραδεκτών, λόγω του ότι καταχωρήθηκαν σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε φυσικό και λογικό επακόλουθο της προσέγγισης που υιοθέ-τησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεση Βαρνάβα και οπωσδήποτε υπήρξε αρνητική. Εντούτοις, στην πράξη η απόφαση δεν διαφοροποιεί οτιδήποτε, με δεδομένο ότι όπως έχουμε ήδη αναφέρει όλοι οι Αιτητές έχουν ήδη δικαιωθεί, ως σύνολο, από το 2001.

Η μαζική απόρριψη των 49 προσφυγών αγνοουμένων μεταδόθηκε με εσφαλμένο τρόπο από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Ο Γενικός Εισαγγελέας μάλιστα ανέφερε ότι για τις προσφυγές αυτές δεν είχε ενημερωθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και ότι αυτό δείχνει ανευθυνότητα από πλευράς των δικηγόρων των Αιτητών, με δεδομένους τους αγώνες που είχε δώσει η Δημοκρατία σε προηγούμενες νομικές μάχες. Ουσιαστικά, εκφράστηκε η άποψη ότι αν η Γενική Εισαγγελία είχε συμμετάσχει στην νομική μάχη, τότε ίσως τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική. Όπως ήδη αναφέραμε το αποτέλεσμα των 49 προσφυγών είχε ουσιαστικά προδιαγραφεί από την απόφαση της Διευρυμένης Ολομέλειας του Δικαστηρίου στην υπόθεση Βαρνάβα. Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο: Oι 49 προσφυγές απορρίφθηκαν μαζικά, χωρίς καν να ακουστούν οι Αιτητές, διότι την ίδια ημέρα εκδόθηκε μια άκρως αναλυτική απόφαση στην οποία κρίθηκε μη παραδεκτή η προσφυγή των συγγενών του αγνοούμενου Χρίστου Καρεφυλλίδη.

Η προσφυγή του Καρεφυλλίδη, με δικηγόρο τον Αχιλλέα Δημητριάδη, είχε καταχωρηθεί το 1999. Σε αυτή είχε παρέμβει η Γενική Εισαγγελία εκ μέρους της Δημοκρατίας. Σε αυτή κρίθηκε ότι μια προσφυγή που καταχωρήθηκε το 1999 ήταν εκπρόθεσμη και κατά συνέπεια μη παραδεκτή. Η μαζική απόρριψη των 49 άλλων προσφυγών έγινε διότι αυτές ήταν μεταγενέστερες της Καρεφυλλίδης και, κατά συνέπεια, ενόψει του αποτελέσματος στην Καρεφυλλίδης, ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία. Αυτά αναφέρονται για να αποκατασταθεί το ζήτημα των ευθυνών Ελληνοκυπρίων δικηγόρων, το οποίο έτυχε εκμετάλλευσης από γνωστά μέσα επικοινωνίας.

Τι δέον γενέσθαι

Οι πρόσφατες εξελίξεις είναι οπωσδήποτε αρνητικές. Συνιστούν όμως αποτέλεσμα της ανεξήγητης έλλειψης πολιτικής βούλησης από πλευράς της Κυπριακής Δημοκρατίας να διεκδικήσει την επίλυση του ανθρωπιστικού αυτού ζητήματος, στα πλαίσια που είχε προδιαγράψει η Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή. Αναμφίβολα η απόρριψη των προσφυγών ως μη παραδεκτών δεν συνιστά πάντως το τέλος των ατομικών προσφυγών αγνοουμένων ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Οι συγγενείς αγνοουμένων των οποίων βρέθηκαν τα λείψανα, έχουν χρονικό διάστημα έξι μηνών εντός των οποίων να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διεκδικώντας καταδίκη της Τουρκίας για παραβίαση του δικαιώματος των αγνοουμένων στην ζωή.

Αντί όμως το ανθρωπιστικό ζήτημα των αγνοουμένων να τυγχάνει πολιτικής εκμετάλλευσης από ορισμένους, ώστε να υποστηρίζεται ότι το κυπριακό πρόβλημα δεν είναι νομικό, αλλά πολιτικό, ορθότερο θα ήταν να απαντηθεί από το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας γιατί η Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή, αντί για σημαία του κυπριακού αγώνα, αφέθηκε να λησμονηθεί, χάνοντας σε μεγάλο βαθμό την αποτελεσματικότητά της. Γιατί δεν ζητήθηκε ποτέ από την κυπριακή ηγεσία, ανεξαρτήτως Κυβερνήσεως, η συμπερίληψη της Τέταρτης Διακρατικής Προσφυγής στα κριτήρια για περαιτέρω πρόοδο της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας; Αυτά είναι τα ερωτήματα που χρήζουν απάντησης. Και στην κυπριακή πολιτική ηγεσία εναπόκειται να αποδείξει ότι όντως ενδιαφέρεται για το ανθρωπιστικό ζήτημα των αγνοουμένων, με το να το επαναφέρει ως πρωταρχικό Μέτρο Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>