Εκδοτικό Σημείωμα

Η «εκλογή» Ντερβίς Έρογλου στην πολιτική ηγεσία των κατεχομένων δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, γνωστή εδώ και μήνες. Το πρόβλημα για την πλευρά μας δεν είναι τόσο το γεγονός ότι έχασε ο «εκλεκτός» της Κυβέρνησής μας, αλλά και της διεθνούς κοινότητας, Ταλάτ. Το πρόβλημα είναι ότι η αδιέξοδη τακτική μας, η οποία βασίστηκε κατά 100% στην «επένδυση» του Προέδρου στην φιλία του με τον Ταλάτ και στον υπολογισμό ότι θα προλάβαιναν από κοινού να λύσουν το κυπριακό πριν οι Τουρκοκύπριοι (και οι έποικοι) προλάβουν με την «ψήφο» τους να αλλάξουν τα δεδομένα.

Στις σελίδες αυτού του περιοδικού έχουν εκφραστεί σε πάμπολλες περιπτώσεις απόψεις και προβληματισμοί σχετικά με την έλλειψη στρατηγικής από πλευράς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μια έλλειψη στρατηγικής, εμφανής όλο αυτό το διάστημα μέσα από την αδυναμία της Κυβέρνησης να δώσει πειστικές απαντήσεις για το τι θα έπραττε αν ο κ. Ταλάτ έχανε τις εκλογές, δεδομένης φυσικά της πολλάκις εκπεφρασμένης πεποίθησης των κυβερνώντων ότι «άλλο Ταλάτ και άλλο Έρογλου». Γενικότερα, αυτή η έλλειψη στρατηγικής ήταν εμφανής εξ” αιτίας της έλλειψης σχεδίου Β” σε περίπτωση κατάρρευσης των συνομιλιών. Μια έλλειψη που δεν γίνεται αντιληπτή τόσο από τις κατά καιρούς ξεκάθαρες τοποθετήσεις του Προέδρου, σύμφωνα με τις οποίες όντως δεν υπάρχει σχέδιο Β”, όσο από τις επιλογές του στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων. Όλο αυτό το διάστημα, από την εκλογή του και έπειτα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδινε την εντύπωση ότι η διαπραγματευτική του τακτική κρεμμόταν από την παρουσία του Ταλάτ στην άλλη πλευρά του τραπεζιού, χωρίς την ύπαρξη ξεκάθαρων στόχων και μέσων για την επίτευξή τους. Την ίδια στιγμή, στην διεθνή κοινότητα, εξ αιτίας της εικόνας που επικράτησε περί ανάδειξης στην αρχηγία των δύο κοινοτήτων «του κατάλληλου είδους ηγεσίας για την λύση του κυπριακού» (διά στόματος του Βρετανού ΥΠΕΞ Ντ. Μίλιμπαντ), καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι οι δύο θα έκαναν ό,τι ήταν αναγκαίο για την επίτευξη μιας όποιας συμφωνίας. Μόνο που για την διεθνή κοινότητα το περιεχόμενο της λύσης δεν είχε οποιαδήποτε σημασία, με αποτέλεσμα πλέον να παρακολουθούμε αμήχανα την πίεση να στρέφεται προς την πλευρά του θύματος και όχι της -δήθεν «γωνιασμένης»- Τουρκίας. Προς την πλευρά εκείνη που απέδειξε διαχρονικά ότι είναι πιο ευάλωτη στις έξωθεν πιέσεις και όχι προς εκείνη που δημιούργησε και συντηρεί το πρόβλημα.

Με δυο λόγια, η αποχώρηση Ταλάτ από την ηγεσία του ψευδοκράτους μοιά-ζει πλέον με την απώλεια του παράγοντα Χ (x-factor) της λύσης του κυπριακού, αν λάβουμε υπόψη την λογική που επικράτησε τα τελευταία δύο χρόνια.

Παρακολουθούμε λοιπόν σήμερα, με ιδιαίτερη ανησυχία, το σκηνικό το οποίο -κατά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους ξένους- ήταν αναγκαίο για την εξεύρεση λύσης να καταρρέει. Πώς θα διαπραγματευτεί από τούδε και στο εξής ο Πρόεδρος, χωρίς ένα «φίλο και σύντροφο» να κάθεται απέναντί του; Πώς θα εξελιχτεί από τούδε και στο εξής το «δόγμα Χριστόφια», σύμφωνα με το οποίο αναζητείται «λύση από τους Κύπριους για τους Κύπριους»; Πώς θα ενισχυθεί η διαπραγματευτική μας θέση ελλείψει στρατηγικής και δεδομένου του γεγονότος ότι η Τουρκία -ο εντολοδόχος της όποιας ηγεσίας των κατεχομένων- κερδίζει μία προς μία όλες τις μάχες σε διεθνές επίπεδο (Σ.Α. ΟΗΕ, ΕΔΑΔ, ΕΕ); Και, τέλος, το πιο κρίσιμο ερώτημα: Όταν για να κατευνάσει τον «φίλο και σύντροφο Ταλάτ» ο Πρόεδρος χρειάστηκε να υποχωρήσει στην παραμονή 50.000 εποίκων, στην εκ περιτροπής προεδρία και στην σταθμισμένη ψήφο, τι θα χρειαστεί να τάξει στον σκληροπυρηνικό και απόμακρο Έρογλου;

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>