Τα απόρρητα έγγραφα του περιουσιακού: Οι θέσεις των δύο πλευρών

Οι ολοκληρωμένες προτάσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς δόθηκαν στην τουρκοκυπριακή πλευρά στις 28 Ιανουαρίου 2009. Θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς υπήρξε ότι οι αρχές του διεθνούς δικαίου θα έπρεπε να διέπουν το περιουσιακό ζήτημα και ότι ως γενική αρχή οι περιουσίες των εκτοπισμένων θα έπρεπε να επιστραφούν, ανεξάρτητα αν οι ιδιοκτήτες των περιουσιών είναι Ελληνοκύπριοι ή Τουρκοκύπριοι. Θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς υπήρξε πως κάθε ιδιοκτήτης θα πρέπει να έχει το πρωταρχικό δικαίωμα να επιλέξει κατά πόσο επιθυμεί την αποκατάσταση (επιστροφή) της περιουσίας του ως θεραπεία ή κατά πόσο επιθυμεί αποζημίωση ή ανταλλαγή. Κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται, σύμφωνα με τις θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς, εξατομικευμένα στην βάση των ιδιαίτερών της χαρακτηριστικών και πάντως με πρωταρχικό το δικαίωμα του ιδιοκτήτη να αποφασίσει για την τύχη της περιουσίας του.

Επί τούτου η ελληνοκυπριακή πλευρά υποστήριξε πως θα πρέπει να υπάρξει σεβασμός του ατομικού δικαιώματος για σεβασμό της περιουσίας, όπως αυτό διασφαλίζεται στο Πρωτόκολλο 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά και στις αρχές του ίδιου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, όπως αυτές κωδικοποιήθηκαν στις αρχές Πινέιρο. Η ελληνοκυπριακή πλευρά παρέπεμψε επίσης στην Ειρηνευτική Συμφωνία του Ντέιτον του 1995 για το θέμα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, στην οποία είχε επιβεβαιωθεί ότι το δικαίωμα αποκατάστασης και το δικαίωμα επιστροφής των εκτοπισμένων προσώπων είναι ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία πρέπει να ασκούνται από τους ίδιους τους εκτοπισμένους.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά υπέδειξε εξάλλου ότι είναι έτοιμη να συζητήσει τρόπους ικανοποίησης πρακτικών αναγκών ή ανθρωπιστικών ζητημάτων που αφορούν στους σημερινούς Τουρκοκύπριους κατόχους των ελληνοκυπριακών ιδιοκτησιών, στην βάση των αρχών Πινέιρο και κατά τρόπο ώστε να βρεθούν εναλλακτικές μέθοδοι στέγασής τους. Τέλος, η ελληνοκυπριακή πλευρά σημείωσε ότι η αποκατάσταση των περιουσιών των εκτοπισμένων συνιστά την λιγότερο δαπανηρή μέθοδο για την διευθέτηση του περιουσιακού ζητήματος.

Από την πλευρά της η τουρκοκυπριακή πλευρά επέμεινε στην εφαρμογή της αρχής της ενισχυμένης διζωνικότητας, κατά τον τρόπο που αυτή εφαρμόστηκε και στο σχέδιο Ανάν. Επέμεινε δηλαδή ότι η διζωνικότητα θα έπρεπε να ερμηνευθεί ότι υποδηλώνει καθαρή πλειοψηφία της τουρκοκυπριακής κοινότητας εντός των ορίων της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας, τόσο σε ό,τι αφορά στον πληθυσμό, όσο και σε ό,τι αφορά στην κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας. Μέσα στα πλαίσια αυτά η τουρκοκυπριακή πλευρά υποστήριξε ότι η εφαρμογή της αρχής της διζωνικότητας επιτάσσει καθιέρωση συγκεκριμένων κριτηρίων στην βάση των οποίων θα είναι επιτρεπτή η αποκατάσταση των ελληνοκυπριακών περιουσιών και κατά συνέπεια αποκλείει την πρωταρχικότητα των επιλογών του ιδιοκτήτη.

Ενόψει των πιο πάνω η τουρκοκυπριακή πλευρά εισηγήθηκε ότι το δικαίωμα αποκατάστασης του ιδιοκτήτη θα πρέπει να περιορίζεται και ότι προτεραιότητα θα πρέπει να έχουν οι επιθυμίες του σημερινού κατόχου (χρήστη) των περιουσιών. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επέμεινε δηλαδή ότι η λογική που είχε υιοθετήσει το σχέδιο Ανάν, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στον χρήστη αντί στον ιδιοκτήτη, θα πρέπει να υιοθετηθεί και στο νέο σχέδιο λύσης. Συμπληρωματικά θα πρέπει, όπως και στο σχέδιο Ανάν, να υπάρχουν ποσοστώσεις ως προς την δυνατότητα ιδιοκτησίας περιουσίας στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία από Ελληνοκύπριους, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης εφαρμογή της αρχής της διζωνικότητας. Στην πράξη αυτό συνεπάγεται ότι η αποκατάσταση των περιουσιών θα πρέπει να συνιστά την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.

Η τουρκοκυπριακή πλευρά επέμεινε τέλος ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μπορεί κάλλιστα να περιοριστεί αν εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον. Το γεγονός της επίτευξης συνολικής λύσης του κυπριακού προβλήματος συνεπάγεται από μόνο του, σύμφωνα με την τουρκοκυπριακή πλευρά, ότι εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον και ότι δικαιολογείται η παρέκκλιση από το δικαίωμα ιδιοκτησίας.

Η αποδοχή Κριτηρίων

Η συζήτηση του περιουσιακού ζητήματος ξεκίνησε στις 28 Ιανουαρίου 2009. Κατά την συζήτηση ο Πρόεδρος Χριστόφιας επισήμανε ότι η διζωνικότητα δεν προδικάζει σε καμιά περίπτωση την διευθέτηση των περιουσιακών δικαιωμάτων. Ο Χριστόφιας σημείωσε ότι θα μπορούσε να δεχθεί την ύπαρξη πλειοψηφίας πληθυσμού, αλλά όχι την ύπαρξη πλειοψηφίας γης. Κατά την συζήτηση όμως ο Χριστόφιας διευκρίνισε ότι δεν ήταν αρνητικός στο να υπάρχει τουρκοκυπριακή πλειοψηφία γης στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία, αλλά στο να αποδεχθεί παρόμοιο όρο ως προϋπόθεση. «Όλα τα μέρη θα πρέπει να ζήσουν μέσα σε ένα πλαίσιο ελεύθερης αγοράς» πρόσθεσε.

Από την πλευρά του ο Ταλάτ δήλωσε ότι οι αρχές Πινέιρο δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν στην περίπτωση της Κύπρου, διότι τυχόν εφαρμογή τους θα υποβάθμιζε αρχές που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για την Κύπρο. Ο Ταλάτ επισήμανε ότι θα ήταν άδικο για ένα πρόσωπο που ζει σε ένα σπίτι να υποβαθμίζεται σε σύγκριση με ένα άλλο πρόσωπο που ουδέποτε έζησε στο σπίτι αυτό και επέμεινε ότι οι σημερινοί χρήστες θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα έναντι των εκτοπισμένων ιδιοκτητών. Ο Χριστόφιας απάντησε ότι σε πρώτη φάση ο ιδιοκτήτης θα έπρεπε να έχει δικαίωμα επιλογής, αλλά πρόσθεσε:

«Στην συνέχεια βέβαια, θα αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Αν η ιδιοκτησία χρησιμοποιείται, μπορεί να εξεταστεί ποιος την χρησιμοποιεί και γιατί και αν είναι άδεια, τότε θα πρέπει να υπάρχει άμεσα αποκατάσταση, αλλιώς η αποζημίωση θα μπορούσε να συνιστά επιλογή. Αν η γη έχει κτιστεί, δεν συνεπάγεται ότι το κτίριο θα καταστραφεί. Είναι σημαντικό να συζητηθούν οι λεπτομέρειες της εφαρμογής των αρχών».

Η συνάντηση Χριστόφια και Ταλάτ της 12ης Φεβρουαρίου 2009 επιβεβαίωσε, σύμφωνα με τον Ντάουνερ, την υποχώρηση της ελληνοκυπριακής πλευράς από τις αρχικές της θέσεις. Αναφέρει συγκεκριμένα ο Ντάουνερ σε εσωτερικό σημείωμα:

«Είναι σημαντικό ότι από μόνη της η συζήτηση για κριτήρια και ποια μπορεί να είναι αυτά, επιβεβαιώνει την στροφή των Ελληνοκυπρίων, που μέχρι σήμερα επέμεναν τόσο κατά την προπαρασκευαστική φάση, όσο και στις γενικές τους δημόσιες τοποθετήσεις, στο δικαίωμα του ιδιοκτήτη να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Ο Χριστόφιας μου ζήτησε να δηλώσω δημόσια το αντικείμενο της συνάντησης, ώστε η κοινότητά του να έλθει πιο κοντά στο να κατανοήσει τις αναπόφευκτες παραχωρήσεις που απαιτούνται».

Κατά δεύτερο ο Ντάουνερ σημείωσε ότι:

«Φυσική συνέπεια της αποδοχής της ανάγκης για θέσπιση κριτηρίων είναι η συμφωνία ότι η λύση θα πρέπει αναγκαστικά να συνιστά ένα συνδυασμό μηχανισμών, δηλαδή αποκατάστασης, αποζημίωσης και ανταλλαγής και ότι οι πραγματικότητες του εδάφους θα απαιτούν συγκεκριμένες λύσεις».

Ως αποτέλεσμα ο Ντάουνερ κατέληξε ότι:

«Στην πραγματικότητα τα κριτήρια θα καθορίσουν αναπόφευκτα, μέχρις ενός βαθμού, το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων. Το ερώτημα είναι μέχρι ποιου βαθμού και υπέρ ποιας πλευράς. Οι θέσεις για ποσοστώσεις ή για εγγυημένη τουρκοκυπριακή πλειοψηφία στην κατοχή της γης, φαίνεται δύσκολο να τύχουν συμβιβασμού στην αφηρημένη τους έννοια. Εντούτοις θα μπορούσε να επιτευχθεί η γεφύρωση των θέσεων, αν αποκλειστούν οι ποσοστώσεις ως ρητός στόχος, αλλά συμφωνηθούν μηχανισμοί που να διασφαλίζουν ότι η πλειοψηφία θα επέλθει ως αποτέλεσμα».

Η εκτίμηση της ομάδας Ντάουνερ υπήρξε πως με την ολοκλήρωση του Α΄ Γύρου των διαπραγματεύσεων, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε αποδεχθεί την παρέκκλιση από την αρχή του πρωταρχικού δικαιώματος του ιδιοκτήτη. Η πιο πάνω εκτίμηση έρχεται σε αντίθεση με τις δημόσιες τοποθετήσεις του Προέδρου Χριστόφια και των συμβούλων του, οι οποίοι επιμένουν μέχρι σήμερα ότι η κατηγοριοποίηση των περιουσιών και η συζήτηση για ενδεχόμενη αποδοχή κριτηρίων δεν συνεπαγόταν καμιά υποχώρηση ως προς τις αρχικές θέσεις που υπέβαλε η ελληνοκυπριακή πλευρά. Οι πιο πάνω δημόσιες τοποθετήσεις έγιναν ως απάντηση της κριτικής της αντιπολίτευσης, αλλά και των συμπολιτευόμενων κομμάτων ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ, σύμφωνα με την οποία η αποδοχή κριτηρίων συνιστούσε υποχώρηση από τις αρχικές θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς.

Δεν μπορεί παρά να προκαλέσει κατάπληξη το γεγονός ότι, ενώ η ελληνοκυπριακή διαπραγματευτική ομάδα θεωρεί πως η συζήτηση κριτηρίων δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση υποχώρηση από την αρχή της προτεραιότητας του ιδιοκτήτη, αντίθετα ο Ντάουνερ εκτιμά πως αυτή συνιστά μεταβολή από τις αρχικές τοποθετήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς αναφορικά με την προτεραιότητα του δικαιώματος του ιδιοκτήτη. Οι εκτιμήσεις του Ντάουνερ δηλαδή συμπίπτουν με την κριτική που άσκησαν στον Πρόεδρο Χριστόφια τα συμπολιτευόμενα και αντιπολιτευόμενα κόμματα, πλην ΑΚΕΛ. Μάλιστα σε συνάντησή του με τον Ταλάτ στις 16 Φεβρουαρίου 2009, ο Ντάουνερ τον διαβεβαίωσε ότι οι θέσεις των Ελληνοκυπρίων στηρίζονταν στην «πολιτική ανάγκη ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να νομίζουν ότι έχουν επιλογή ως προς το τι θα πράξουν αναφορικά με τις περιουσίες τους». Η ελληνοκυπριακή πλευρά τον είχε όμως διαβεβαιώσει ότι στην πράξη δεν θα επέστρεφε πέραν του 20% των Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων.

Ο ρόλος της ομάδας Ντάουνερ

Στις 8 Μαΐου 2009 ο Χανς Βαν Χούττε, σύμβουλος του Ντάουνερ σε θέματα περιουσιακού, απέστειλε επιστολή στην οποία συνόψιζε τις απόψεις του επί του περιουσιακού ζητήματος. Η επιστολή Βαν Χούττε, ο οποίος είναι εξωτερικός σύμβουλος, αποτυπώνει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο οποιοσδήποτε ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας αντιμετωπίζει το ζήτημα του περιουσιακού, δηλαδή ως ζητήματος αρχών, στο οποίο δεν μπορεί να εφαρμοστεί πολιτική ίσων αποστάσεων.

Σχολιάζοντας εναλλακτικές μορφές, όπως την αποζημίωση των ιδιοκτητών για την απαλλοτριωθείσα περιουσία, ο Βαν Χούττε παρατήρησε ότι η αποζημίωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο εφόσον η απαλλοτρίωση είναι νόμιμη, κάτι που στην περίπτωση της Κύπρου δεν συμβαίνει. Επιπρόσθετα ο Βαν Χούττε διερωτήθηκε εύλογα από που θα μπορούσε να λάβει η τουρκοκυπριακή κοινότητα τα χρήματα, έτσι ώστε να αποζημιώσει τους Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες. Περαιτέρω ο Βαν Χούττε σημείωσε πως η αποζημίωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποκατάσταση της αποκατάστασης, ενώ υπέδειξε πως υπάρχει αντίθετα ζήτημα σε σχέση με αποζημιώσεις, επιπρόσθετες προς το δικαίωμα αποκατάστασης, για την απώλεια χρήσης των ελληνοκυπριακών περιουσιών από το 1974 μέχρι και σήμερα. Σε σχέση με ελληνοκυπριακές περιουσίες που έχουν κατεδαφιστεί, ο Βαν Χούττε παραδέχθηκε πως σύμφωνα με το δίκαιο, ο ιδιοκτήτης της γης καθίσταται και ιδιοκτήτης των κτιρίων που έχουν εγερθεί επί της παράνομα ανεγερθείσας γης. Η πρόταση για αποζημίωση ουσιαστικά αντιστρέφει την παραδεκτή θεραπεία προς όφελος του χρήστη, αντί του ιδιοκτήτη. Ο Βαν Χούττε δεν δυσκολεύθηκε να καταλήξει πως οι εναλλακτικές μορφές θεραπείας δεν μπορούν να εφαρμοστούν νόμιμα στην περίπτωση της Κύπρου.

Η απάντηση του Ντάουνερ στάλθηκε προς τους συνεργάτες του την επομένη, στις 9 Μαΐου 2009. Ο αντιπρόσωπος του ΟΗΕ, αντί να προβληματιστεί για τις παρατηρήσεις του ίδιου του εξωτερικού εμπειρογνώμονα που ο ίδιος είχε διορίσει, αντί να προβληματιστεί κατά πόσο δεσμεύεται ως εκπρόσωπος του ΟΗΕ να υιοθετεί τις αρχές που ο ίδιος ο ΟΗΕ έχει θεσπίσει, περιορίστηκε να αναφέρει τα ακόλουθα με κυνικό τρόπο:

«Ενδιαφέρον, αλλά για να είμαι ειλικρινής, νομίζω πως η συμβουλή είναι εσφαλμένη. Η ΕΕ στηρίζεται επί του κεκτημένου και το πρωτόκολλο 10 προβλέπει για μια νέα συμφωνία. Δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί πλήρης αποκατάσταση».

Η κυνική απόρριψη των ορθών επισημάνσεων Βαν Χούττε φανερώνει ότι στόχος της ομάδας Ντάουνερ δεν υπήρξε η επίλυση του περιουσιακού προβλήματος στην βάση των αρχών του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου, όσο η επίτευξη λύσης η οποία θα μπορεί, για πολιτικούς κυρίως λόγους, να αντέξει στην βάσανο των διεθνών δικαστηρίων. Στην βάση αυτή η ομάδα Ντάουνερ απέρριψε εκ προοιμίου την συλλογιστική Βαν Χούττε για εφαρμογή των αρχών του ΟΗΕ και ξεκαθάρισε ότι στόχος της είναι η εύρεση λύσης που να παραβιάζει τις αρχές αυτές και η εύρεση μεθόδων που θα μπορούν να αποτρέψουν τυχόν δικαστική εφαρμογή των αρχών αυτών. Με τον τρόπο αυτό η ομάδα Ντάουνερ υπονόμευσε ουσιαστικά την προσπάθεια εύρεσης λύσης σύμφωνα με τις αρχές του ΟΗΕ, από τον οποίο και λάμβανε τους όρους εντολής της και έδειξε την υποστήριξή της προς τις τουρκοκυπριακές θέσεις.

Σε εσωτερικό σημείωμα εξάλλου του Στήβεν Μπουρκ της 5ης Δεκεμβρίου 2008 αναγράφονται τα ακόλουθα:

«Γεγονός: Μερική αποκατάσταση, μερική αποζημίωση και μερική ανταλλαγή θα είναι η φόρμουλα που θα υιοθετηθεί για επίλυση του περιουσιακού προβλήματος. Εντούτοις, υπάρχει διαφωνία ως προς τους τρόπους με τους οποίους η μερική αποκατάσταση, μερική αποζημίωση και μερική ανταλλαγή, θα επιτευχθεί».

Ενώ δηλαδή η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρούσε ότι επέμενε στις θέσεις της για πρωταρχική κατοχύρωση του δικαιώματος επιλογής του ιδιοκτήτη, η ομάδα Ντάουνερ θεωρούσε το θέμα ως κλειστό και κατέληξε ότι η φόρμουλα θα ήταν μερική αποκατάσταση, μερική αποζημίωση και μερική ανταλλαγή, όπως ακριβώς δηλαδή επιδίωκε η τουρκική πλευρά. Το μόνο που απέμενε, σύμφωνα με την ομάδα Ντάουνερ, ήταν να ξεκαθαρίσουν οι τρόποι με τους οποίους η φόρμουλα θα εφαρμοζόταν, χωρίς να γίνεται από πλευράς της ομάδας Ντάουνερ οποιαδήποτε αναφορά στην ορθότητα της άποψης για άσκηση του πρωταρχικού δικαιώματος του ιδιοκτήτη.

Μάλιστα με ανάγνωση ολόκληρου του κειμένου του Μπουρκ εμφαίνεται σαφώς η συμπάθεια του τελευταίου προς τις τουρκοκυπριακές θέσεις, τις οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις χαρακτηρίζει απροκάλυπτα ως «ορθές».

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>