Γράφει: ,

Συνέντευξη Άγγελου Συρίγου: Το κυπριακό στο μικροσκόπιο

στον Μιχάλη Κοντό

Ο Άγγελος Συρίγος είναι Επ. Καθηγητής του διεθνούς δικαίου και της εξωτερικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ασχολείται επιστημονικά με το διεθνές δίκαιο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το 2005 εξέδωσε βιβλίο με τίτλο «Το Σχέδιο Ανάν: Οι κληρονομιές του παρελθόντος και οι προοπτικές του μέλλοντος», εκδόσεις Πατάκη. Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ είχαμε μαζί του μια ενδιαφέρουσα συζήτηση σχετικά με διάφορες πτυχές του κυπριακού.

Το πρόσφατο ψήφισμα της Βουλής των Αντιπροσώπων για τις εγγυήσεις προκάλεσε ιδιαίτερες αντιδράσεις στα κατεχόμενα. Είναι τελικά όντως σημαντικό το θέμα των εγγυήσεων;

Η ιστορία της Κύπρου έχει σημαδευθεί από την Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 μεταξύ της Βρετανίας, της Τουρκίας και της Ελλάδος. Η άμεσα ενδιαφερόμενη και σε τελική ανάλυση θιγόμενη από το περιεχόμενο της Συνθήκης, η Κυπριακή Δημοκρατία, δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην Συνθήκη. Με την επίκληση άρθρου της συγκεκριμένης συνθήκης βομβάρδισε η Τουρκία την Κύπρο τον Αύγουστο του 1964 και εισέβαλε δέκα χρόνια μετά, τον Ιούλιο του 1974.

Το θέμα της Συνθήκης Εγγυήσεως είναι κομβικό στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Οι Τουρκοκύπριοι θεωρούν ότι η διατήρηση της Συνθήκης Εγγυήσεως είναι απαραίτητος όρος για οποιαδήποτε επίλυση του προβλήματος. Στην πραγματικότητα, βεβαίως, είναι η ίδια η Τουρκία που θέλει να έχει την δυνατότητα να παρεμβαίνει στα τεκταινόμενα στο νησί είτε στρατιωτικά, είτε με την απειλή χρήσεως βίας, είτε με άλλα ειρηνικά μέσα. Είναι εμφανές ότι η Τουρκία είναι η μόνη από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις που βλέπει την Συνθήκη ως προς την στρατιωτική της διάσταση. Για αυτόν τον λόγο το 2004 στην Λουκέρνη αρνήθηκε να αντικατασταθούν οι εγγυήσεις ή τα στρατεύματα που θα παραμείνουν στο νησί από εγγυήσεις του ΟΗΕ ή στρατεύματα του ΝΑΤΟ.

Εκείνo που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι οι συνθήκες εγγυήσεων είναι ένας παρωχημένος θεσμός. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο θεσμός των συνθηκών εγγυήσεων έχει εφαρμοσθεί μόνον μια φορά: Στην Κύπρο, το 1960. Το νομικό σχήμα όπου συγκεκριμένα κράτη ανελάμβαναν τον ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων έχει περιέλθει σε απόλυτη αχρησία από το 1960, μετά δηλαδή τις συμφωνίες της Κύπρου, και σε ουσιαστική αχρησία από το 1945. Τον ρόλο της παροχής εγγυήσεων έχει ουσιαστικά αναλάβει κάποιες φορές ο ΟΗΕ, αν και όχι με ιδιαίτερη επιτυχία.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει θέσει ως στόχο την αποστρατιωτικοποίηση της νήσου. Η τουρκοκυπριακή πλευρά πάντως επιμένει στην παραμονή τουρκικού στρατού, ενώ η Αγγλία θα διατηρήσει οπωσδήποτε στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο μέσα από τις βρετανικές βάσεις. Πώς αξιολογείτε το καθεστώς ασφάλειας σε ενδεχόμενη λύση του κυπριακού;

Από την δεκαετία του 1980 η αποκαλούμενη «αποστρατιωτικοποίηση» της Κύπρου είναι επίσημη θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς ενώ από το 1982 την είχε υιοθετήσει και η ελλαδική Κυβέρνηση. Από το 1989 συναντάται σε κείμενα των γενικών γραμματέων του ΟΗΕ για το κυπριακό. Το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι εάν αυτό που προβλέπεται για την Κύπρο συνιστά πράγματι αποστρατιωτικοποίηση. Η αποστρατιωτικοποίηση αναφέρεται στο έδαφος μιας περιοχής και αφορά στο σύνολο των ενόπλων δυνάμεων που είναι εγκατεστημένες σε αυτό. Δεν υπάρχει αποστρατιωτικοποίηση όταν διαλύονται κάποιες στρατιωτικές μονάδες αλλά επιτρέπεται η στρατιωτική παρουσία κάποιων άλλων μονάδων. Το λεώ αυτό διότι και στο σχέδιο Ανάν και στις κατά καιρούς προτάσεις που κατατίθενται τα τελευταία χρόνια, διαλύονται μεν οι κυπριακές ένοπλες δυνάμεις αλλά παραμένουν στρατιωτικές μονάδες της Ελλάδος και της Τουρκίας. Η παρουσία έστω και μιας στρατιωτικής μονάδας καταργεί την έννοια της αποστρατιωτικοποιήσεως. Φυσικά, ουδείς αναφέρεται στις βρετανικές βάσεις. Οι ρυθμίσεις αυτές συνιστούν γενικό και πλήρη αφοπλισμό των ενόπλων κυπριακών δυνάμεων. Δεν καθιερώνουν καθεστώς αποστρατιωτικοποιήσεως του νησιού. Οι προβλέψεις περί αφοπλισμού μόνο των κατοίκων του νησιού συνθέτουν την εικόνα κράτους μειωμένης κυριαρχίας.

Από απόψεως διεθνούς δικαίου, πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της παραμονής Τούρκων εποίκων; Μπορεί να επιμείνει η ελληνοκυπριακή πλευρά σε αποχώρηση των εποίκων;

O εποικισμός συνιστά παραβίαση του άρθρου 49 (6) της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης που ορίζει ότι «η κατέχουσα δύναμις δεν θα δύναται να εξορίση ή να μεταφέρη μέρος του ιδικού της άμαχου πληθυσμού εις το κατεχόμενον υπ” αυτής έδαφος». Στην περίπτωση της Κύπρου υπάρχει μεταφορά πληθυσμού από την Τουρκία προς τις κατεχόμενες από τον τουρκικό στρατό περιοχές της Κύπρου. Αυτό συνιστά «σοβαρή παραβίαση» της Συμβάσεως, όπως ρητώς αναφέρεται στο άρθρο 85 του Πρώτου Πρωτοκόλλου και χαρακτηρίζεται ως «έγκλημα πολέμου». Επομένως, η εγκατάσταση των εποίκων είναι παράνομη και συναφώς παράνομες είναι η συνέχιση της παραμονής τους στο νησί και η κατοχή των περιουσιών που τους έχουν δοθεί. Το θέμα των εποίκων θα αποτελεί αγκάθι σε οποιαδήποτε προσπάθεια επιλύσεως του κυπριακού. Οι έποικοι αντιμετωπίζονται από το ψευδοκράτος ως τμήμα του εκλογικού σώματος των Τουρκοκυπρίων. Αυτό σημαίνει ότι θα καλούνται σταθερά να λάβουν μέρος τόσο σε «εκλογές» εντός του ψευδοκράτους, όσο και σε τυχόν νέο δημοψήφισμα. Αυτή την πρακτική έχει ουσιαστικά αποδεχθεί ο ΟΗΕ.

Η στάση της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να παραμείνει αδαμάντινη στο θέμα της απομακρύνσεως των εποίκων, με την εξαίρεση περιπτώσεων ανθρωπιστικού χαρακτήρα. Θα πρέπει να αποφύγουμε την λογική των αριθμών που ακολουθήθηκε στο Σχέδιο Ανάν. Δεν μπορούμε να πούμε ότι θα μείνουν τόσες χιλιάδες έποικοι. Θα πρέπει να καθορίσουμε κριτήρια, βάσει των οποίων κάποιοι έποικοι μπορούν να μείνουν για ανθρωπιστικούς λόγους.

Ιδιοκτήτες ή χρήστες; Τελικά ποιος πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο κατά την επίλυση του περιουσιακού σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο;

Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να δούμε πρόσφατα διεθνή παραδείγματα. Τα πιο σχετικά με την Κύπρο είναι, βεβαίως, τα ευρωπαϊκά παραδείγματα. Μετά το 1990 είχαμε τρεις περιπτώσεις: Την ανατολική Γερμανία, την Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο.

Στην περίπτωση της ανατολικής Γερμανίας η πάροδος πενήντα σχεδόν ετών δεν εμπόδισε την αποκατάσταση των περιουσιακών δικαιωμάτων των ιδιοκτητών. Εξάλλου έγινε αποδεκτό ότι το δικαίωμα στην επιστροφή δεν είχαν μόνον οι εκτοπισμένοι και πρόσφυγες ιδιοκτήτες αλλά και οι απόγονοί τους εφ” όσον διατηρούσαν γνήσιο δεσμό με τις περιοχές από όπου εξεδιώχθησαν.

Ο κανόνας, όπως αποδεικνύεται στις περιπτώσεις της Βοσνίας και του Κοσσυφοπεδίου, είναι η αποκατάσταση των εκτοπισθέντων ιδιοκτητών στα περιουσιακά τους δικαιώματα. Η αποζημίωση είναι η δεύτερη κατά σειράν λύση στις περιπτώσεις εκείνες που είναι αδύνατη η αποκατάσταση. Η αποζημίωση, όμως, εξετάζεται ad hoc και δεν ισχύει ως γενικός κανόνας. Πρέπει να δοθεί η δυνατότητα επιστροφής όλων των εκτοπισμένων στις οικίες τους και αποκαταστάσεως των περιουσιακών τους δικαιωμάτων. Στους ιδιοκτήτες και στους απογόνους τους θα πρέπει να εναπόκειται η απόφαση εάν τελικώς θα επανεγκατασταθούν στον τόπο καταγωγής τους ή εάν θα προτιμήσουν να πωλήσουν την περιουσία τους.

Η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει προκαλέσει αναταραχή στους Ελληνοκύπριους εκτοπισμένους. Πώς αξιολογείτε την απόφαση;

Πρόκειται περί αρνητικής αποφάσεως με κάποια θετικά στοιχεία. Το δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η «επιτροπή αποζημιώσεων» που συνέστησε η Τουρκία στα κατεχόμενα πριν μερικά χρόνια αποτελεί εσωτερικό ένδικο μέσο. Κατ” ακολουθίαν, υποχρεώνει όσους από τους εκτοπισμένους ιδιοκτήτες επιθυμούν να λύσουν το θέμα δικαστικώς, να προσφύγουν πρώτα στην «επιτροπή αποζημιώσεων». Σε περίπτωση που δεν κρίνουν ικανοποιητική την απόφαση θα μπορούν να προσφύγουν στο ανώτατο δικαστήριο του ψευδοκράτους. Αφού εξαντληθεί αυτή η διαδικασία, τότε οι ενδιαφερόμενοι, θα μπορούν να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο. Αυτό στην πράξη σημαίνει χρονική καθυστέρηση 4-5 ετών.

Πέραν όμως της χρονικής καθυστερήσεως, αποτελεί εξαιρετικά αρνητική εξέλιξη το γεγονός ότι το δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η περιουσία μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά. Υπένθυμίζω ότι το σύνηθες αίτημα ενώπιον του ΕΔΑΔ ήταν αποζημίωση για την μη χρήση και απόλαυση της περιουσίας και όχι για αποζημίωση της ίδιας της ιδιοκτησίας.

Αρνητικό σημείο είναι και η διαπίστωση του δικαστηρίου ότι με το πέρασμα του χρόνου οι τίτλοι ιδιοκτησίας ατόμων, που σε αρκετές περιπτώσεις δεν έχουν δει ποτέ την περιουσία τους, δεν έχει την ίδια αξία. Το δικαστήριο λέει ότι αυτή η πραγματικότητα πρέπει να ληφθεί υπ” όψιν κατά την επιλογή του τρόπου αποκαταστάσεως της αδικίας. Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπ” όψιν η παρούσα χρήση της επίμαχης περιουσίας. Κατ” ακολουθίαν, το δικαστήριο έκρινε ότι θα πρέπει να βρεθεί λύση και για τους κατέχοντες τις περιουσίες. Η λύση αυτή κατά το δικαστήριο θα μπορεί να είναι αποζημίωση ή ανταλλαγή περιουσιών. Είναι σημαντικό ότι η ανταλλαγή περιουσιών θεωρήθηκε από το δικαστήριο ως μία αποδεκτή μορφή αποκαστάσεως της αδικίας. Αυτή η θεώρηση προσεγγίζει σαφώς προς τις σχετικές απόψεις των Τουρκοκυπρίων.

Το θετικό στοιχείο είναι ότι το δικαστήριο αναφέρει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να είναι απευθείας υπόλογη για την κατάσταση στα κατεχόμενα. Το μόρφωμα της «ΤΔΒΚ» αντιμετωπίζεται ως μια απολύτως εξαρτώμενη από την Τουρκία τοπική διοίκηση. Η «επιτροπή αποζημιώσεων» αποτελεί ένδικο μέσο της ίδιας της Τουρκίας και όχι του ψευδοκράτους. Θετικό στοιχείο είναι επίσης και το γεγονός ότι το δικαστήριο θεωρεί ότι οι Ελληνοκύπριοι εξακολουθούν να παραμένουν ιδιοκτήτες των περιουσιών στα κατεχόμενα.

Συμπερασματικά, πρόκειται για μια καθαρά πολιτική απόφαση του ΕΔΑΔ. Το ίδιο το δικαστήριο λέει σε κάποιο σημείο ότι καλείται να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα το οποίο θα έπρεπε να έχει λυθεί πολιτικά. «Διώχνει», λοιπόν, το πρόβλημα από πάνω του με αυτό τον τρόπο, αποφεύγοντας να κρίνει επί της ουσίας και τις 1.500 σχετικές προσφυγές Ελληνοκυπρίων που εκκρεμούσαν ενώπιόν του. Με αυτόν τον τρόπο το δικαστήριο παραπέμπει εμμέσως στις διαπραγματεύσεις για την επίλυση του κυπριακού. Το περιουσιακό βεβαίως δεν λύνεται έτσι εύκολα και θα παραμείνει αγκάθι. Υπενθυμίζω την φράση του Μακιαβέλι στις συμβουλές προς τον «Ηγεμόνα» του: «Αλλά πάνω από όλα να μην πειράζεις τα υλικά αγαθά των άλλων· γιατί οι άνθρωποι λησμονούν πιο γρήγορα τον θάνατο του πατέρα τους παρά την απώλεια της πατρικής κληρονομίας».

One Comment

  1. Pingback

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>