Γράφει: ,

Συνέντευξη Νίκου Κουρούσιη: Οπτική μαγεία

Νίκος Κουρούσιης, εικαστικός

στην Ελλάδα Ευαγγέλου

Η πρώτη μου ανάμνηση από θέατρο ήταν από μια παράσταση στο υπαίθριο ελληνορωμαϊκό αμφιθέατρο του Κουρείου ένα καλοκαιρινό βράδυ, όπου ένα περίεργο μηχάνημα άνοιξε πάνω στην σκηνή και από μέσα ξεχύθηκε φως, ήχος και μια θάλασσα από ηθοποιούς με πολύχρωμα κοστούμια και κύμβαλα. Για χρόνια νόμιζα ότι αποτελούσε αποκύημα της πλούσιας παιδικής μου φαντασίας, μέχρι που είδα φωτογραφίες του περίεργου αυτού λωτόσχημου διαστημόπλοιου που έκρυβε τόσους θησαυρούς και έθρεψε την παιδική μου φαντασία. Προερχόταν από την παράσταση «Δύσκολος», του Μενάνδρου (ΘΟΚ, 1985). Παρόλο που οι φωτογραφίες διέλυσαν ένα προσωπικό μου μύθο, με εισήγαγαν στην δουλειά ενός κορυφαίου σύγχρονου Κύπριου δημιουργού.

Ο εικαστικός Νίκος Κουρούσιης, ποτίζει με δημιουργία τα διψασμένα χώματα της Κύπρου από τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Στο ενεργητικό του έχει πολλές εκθέσεις, ενέργειες, συνεργασίες και άλλες εικαστικές παρεμβάσεις, στην Κύπρο και σε πολλές χώρες του κόσμου. Αυτό που κέντρισε το ενδιαφέρον μου για να έχουμε αυτή την κουβέντα, είναι κάτι μεταξύ νοσταλγίας και (καλώς νοούμενης) επαγγελματικής περιέργειας, αφενός το εύρος της προσφοράς του Κουρούσιη στο θέατρο (από το 1967 μέχρι το 1997) και αφεταίρου η προοδευτική του άποψη και αντιμετώπιση νέων μορφών θεατρικής πράξης.

Ποιες ήταν οι καθοριστικές στιγμές κατά την διάρκεια των νεανικών σας χρόνων που σας οδήγησαν να γίνετε καλλιτέχνης;

Ήταν η σχέση μου με την δουλειά του πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν ξυλογλύπτης και έφτιαχνε μουσικά όργανα. Εγώ από μικρός τον παρακολουθούσα που σχεδίαζε, σκάλιζε τα ξύλα, τα οποία μάζευε και τα άφηνε 4, 5, 6, 8 χρόνια να στεγνώσουν. Η διαδικασία αυτή της τελετουργίας της δημιουργίας ενός μουσικού οργάνου ήταν η πρώτη άμεση επαφή με την τέχνη.

Ποιοι υπήρξαν δάσκαλοί σας και ποιες οι κυριότερές σας επιρροές;

Οι αρχικές επιδράσεις και τα πρώτα σκιρτήματα ήταν οι αρχαίοι Έλληνες γλύπτες: Φειδίας, Πραξιτέλης, Μύρωνας, Λύσιππος. Αυτοί ήταν οι πρώτοι δάσκαλοί μου. Και κατόπιν στην Αγγλία που σπούδαζα, και μετά στο Παρίσι, οι σημαντικές επιδράσεις που είχα ήταν από τους Κονστρουκτιβιστές (1914) και την σχολή Μπάουχαους. Αυτοί ήταν οι δημιουργοί που με άγγιξαν πιο πολύ.

Η προσφορά σας στο θέατρο ήταν μακροχρόνια.

Τριάντα χρόνια περίπου.

Τι ήταν αυτό που σας έσπρωξε πρώτα σε αυτή την κατεύθυνση και τι ήταν αυτό που σας κράτησε εκεί;

Παρακολουθούσα θέατρο και όπερα στην Αγγλία όταν σπούδαζα. Ήταν ένας μαγικός χώρος για μένα.. Όλες οι μορφές τέχνης συνυπάρχουν αρμονικά στον θεατρικό χώρο. Μου άρεσε παράλληλα να παρακολουθώ την θεατρική αυτή διαδικασία στις πρόβες όποτε μου δινόταν η ευκαιρία. Όταν επέστρεψα στην Κύπρο συνέχισα να παρακολουθώ θεατρικές παραστάσεις, αρχικά στο Θεατράκι του ΡΙΚ και αργότερα στον ΘΟΚ. Με τους ηθοποιούς είχα γνωριστεί όταν βοήθησα σε κάποιες σκηνογραφικές ιδέες σε ένα έργο που θα ανέβαζαν. Συνήθως συναντιόμασταν για σουβλάκι και κρασάκι μετά την παράσταση. Η καθοριστική όμως στιγμή της συνάντησής μου με τον θεατρικό χώρο ήταν το 1967. Είχα εκπροσωπήσει τότε την Κύπρο στην Μπιενάλε Νέων των Παρισίων με τρία αφηρημένα έργα εμπνευσμένα από ερωτικό περιεχόμενο. Όταν επέστρεψαν τα έργα στην Κύπρο, το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού που τότε οργάνωνε τις Παγκύπριες Εκθέσεις αρνήθηκε να τα εκθέσει γιατί θα ήταν προκλητικά για το κυπριακό κοινό. Έτσι μου δήλωσε τότε ο μακαρίτης Παναγιώτης Σέργης. Εκείνη την εποχή είχα μια πρόταση από τον Νίκο Σιαφκάλλη να σκηνογραφήσω μια παράσταση με την ομάδα του. «Ποιος Φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ» του Έντουαρντ Άλμπι. Το σκέφτηκα και του πρότεινα να κάνω τα σκηνικά με την προϋπόθεση ότι θα εντάξω στο σκηνικό τα έργα που ήρθαν από το Παρίσι. Ο Νίκος ήταν θετικός και έτσι έκανα την πρώτη παρουσία μου στον θεατρικό χώρο.

Στον σκηνικό χώρο της παράστασης τα έργα μου τα είδε πολύ περισσότερος κόσμος από τους επισκέπτες της Παγκύπριας Έκθεσης. Έτσι άρχισε η μεγάλη πορεία μου στον θεατρικό χώρο που κράτησε τριάντα χρόνια.

Οι άνθρωποι που συνάντησες ήταν και αυτοί παράγοντας για να παραμείνεις τόσο καιρό;

Φυσικά. Οι περισσότεροι ηθοποιοί έγιναν φίλοι μου στην πορεία. Βγαίναμε τα βράδια, με συμποσιακή διάθεση και με ατελείωτες συζητήσεις μέχρι πρωίας. Μιλώ για τον Νίκο Χαραλάμπους, τον Αντώνη Κατσαρή, τον Σπύρο Σταυρινίδη, τον Βουτέρη, την Τζένη Γαϊτανοπούλου, τον Εύη Γαβριηλίδη και πολλούς άλλους. Ήμασταν μια παρέα, μεγαλώναμε μαζί. Επομένως, φεύγοντας από τον μοναχικό δημιουργικό χώρο του εργαστηρίου όπου τα πράγματα λειτουργούσαν διαφορετικά μεταφερόμουν σε ένα χώρο όπως είναι το θέατρο, με την συλλογικότητά του, με τα πολλά και διάφορα δημιουργικά προβλήματα, τις εντάσεις, τα χρονικά περιθώρια. Όλα αυτά ήταν μια φοβερή αλλαγή για μένα και έτσι επιδίωκα αυτή την ιδιαίτερα μαγική σχέση. Φυσικά είχα την δυνατότητα επιλογής του έργου και την επιλογή συνεργασίας με τους εκάστοτε σκηνοθέτες. Ο θεατρικός χώρος μου δίδαξε πολλά. Παράλληλα πιστεύω ότι έδωσα απόλυτα σε κάθε παράσταση τον καλύτερο μου εαυτό. Στην μετέπειτα πορεία στον εικαστικό μου δρόμο ακολούθησε μια σειρά δράσεων επηρεασμένων από την θητεία μου στον μαγικό θεατρικό χώρο.

Αυτό με φέρνει στην επόμενη ερώτηση. Σε μια φάση σταματάτε να κάνετε θέατρο. Πώς έγινε αυτή η αλλαγή / μετάβαση;

Σε κάποια στιγμή ο θεατρικός χώρος στην Κύπρο άρχισε να υποβαθμίζεται. Είχαν εμπλακεί μέσα στον χώρο του θεάτρου τα κόμματα, οι συντεχνίες και όλα αυτά, δημιούργησαν μια αρνητική κατάσταση. Εγώ ήθελα να απολαμβάνω την διαδικασία της δημιουργίας. Μιας και δεν μπορούσα να ανεχτώ αυτή την κατάσταση, ούτε και να συγκρούομαι με τους φίλους μου, αποφάσισα να κλείσω τον κύκλο και να καταγράψω την πορεία μου στο θεατρικό χώρο σε μια έκδοση, όπου βίωσα στιγμές ανεπανάληπτες με τους συντελεστές, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, τεχνικούς και όλους τους παράγοντες.

Έτσι άρχισα να ψάχνω τα υλικά μου (σχέδια, μακέτες, φωτογραφίες), να τα κατατάσσω και να επιλέγω τα έργα που ήθελα να εντάξω στην έκδοση με τελικό τίτλο Νίκος Κουρούσιης: Σκηνικά Κοστούμια (Λευκωσία 1998) που αποτελεί την κατάθεση της δουλειάς μου στον χώρο του θεάτρου.

Πώς οδηγηθήκατε από αυτή την σταθερή συνταγή του θεάτρου στο περφόρμανς (δράση) όπου ουσιαστικά «οι κανόνες είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες»;

Η πρώτη δράση ήταν μια συνεργασία με την Αριάννα Οικονόμου, την Νόρα Ματοσιάν και τον Ρολφ Γκερτχαρτ, που έγραψε την μουσική, πάνω στο γλυπτό Ο Λαβύρινθος, στο Δημοτικό θέατρο Λευκωσίας, που μετά παρουσιάστηκε στην Γερμανία με την Τίλλυ Σοφινκ, και τον Νικόλα Οικονόμου στην μουσική. Αργότερα στην Νέα Υόρκη δούλεψα με φοιτητές του Πανεπιστημίου στο Πραττ. Πάλι η θεματική ήταν Ο Λαβύρινθος.

Νιώσατε ότι το κάθε στάδιο πρόσθετε κάτι στο έργο;

Σίγουρα. Ήταν μια εξελικτική πορεία όπου εμπλουτιζόταν συνεχώς μέσα από τα βιώματα σε κάθε στάδιο.

Το κάθε σώμα όμως, με τις δυνατότητες και αδυναμίες του, με τις εκφάνσεις του, μπαίνοντας μέσα σε μια τέτοια διαδικασία και εισερχόμενο μέσα στο έργο σου δεν το αλλάζει με τρόπους που δεν μπορείς να ελέγξεις;

Όχι γιατί στον χώρο της δράσης θέτω τον προβληματισμό και το θέμα. Η προσπάθειά μου ήταν να εξηγήσω στους συνεργάτες μου, τους φοιτητές στην τότε περίπτωση, την σημασία του συγκεκριμένου μύθου για να μπορέσουν να προβληματισθούν για τον δικό τους τρόπο ζωής στον χώρο που ζουν, στον δικό τους βασικά λαβύρινθο, ώστε να μπορέσουν να εκφρασθούν ελεύθερα. Εγώ δημιούργησα τον χώρο της δράσης και μετά ήταν η προσφορά η δική τους πίσω σε μένα. Ήταν οι συντελεστές αυτής της δράσης. Εγώ τους άνοιξα λίγο τους ορίζοντες.

Πού βλέπεις να κατευθύνονται οι παραστασιακές τέχνες;

Οι τέχνες γενικότερα, εξελίσσονται. Όπως και ο άνθρωπος. Η τεχνολογία έχει συμβάλει πάρα πολύ στην εξέλιξη του τρόπου έκφρασης, της φόρμας και του μέσου. Το περιεχόμενο ανήκει στον καθένα μας. Ο κάθε καλλιτέχνης αντλεί από τον χώρο γύρω του, απορροφά εκείνα που τον επηρεάζουν ή συγκλονίζουν ή ερεθίζουν πιο πολύ και μεταφράζει το έργο μέσα από τα υλικά. Επειδή υπάρχει η τεχνολογία, υπάρχει και η δυνατότητα έκφρασης μέσα από αυτήν. Υπολογιστές, βίντεο, τρίτη διάσταση. Αυτές είναι δυνατότητες που έχει ένας προχωρημένος καλλιτέχνης να τις αξιοποιήσει.

Και κάτι τελευταίο. Ο πρόσφατος θάνατός του μας λύπησε πάρα πολύ. Θα ήθελες να μας πεις λίγα λόγια για το δάσκαλό μας, τον Κωστή Κολώτα;

Η προσφορά του στον θεατρικό χώρο ήταν πολυμορφική. Η σχέση του με τους ηθοποιούς και τους συντελεστές ήταν πολύ σημαντική. Ήταν ένας δημιουργός μεγάλης εμβέλειας που η απώλειά του θα αφήσει πίσω της ένα μεγάλο κενό.

Συμφωνώ. Σας ευχαριστώ πολύ.

Φωτογραφίες: Νίκος Κουρούσιης-Σκηνικά Κοστούμια (Λευκωσία, 1998)

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>