Γράφει:

Κακώς κείμενα: Το τέλος της Ομορφιάς

Η κλασσική γειτονιά, ακόμα και με την «πολυκατοικιοποίησή» της από το ’60 και μετά (μιλώ κυρίως για την Αθήνα), δεν είχε ακόμα πεθάνει εντελώς πριν το χάος αυτού που στρογγυλεμένα αποκαλείται «πολυπολιτισμικότητα» το οποίο διέλυσε πρόσφατα πολλές συνοικίες. Όσοι πιστεύουν στην «πολυπολιτισμικότητα» ασφαλώς θα διαφωνήσουν με τον αρνητικό όρο «διάλυση», διότι κατά την γνώμη τους η εγκατάσταση μεταναστών κοντά στον ντόπιο πληθυσμό επιφέρει γόνιμο συνδυασμό στοιχείων πολλών παραδόσεων και καταλήγει σε ένα ποικιλόχρωμο και γοητευτικό ψηφιδωτό. Αυτό θα μπορούσε να αληθεύει αν μιλούσαμε για λίγους ξένους (και όχι προερχόμενους από πολιτισμούς παντελώς άσχετους με τον ελληνικό, ή τον όποιον «φιλοξενούντα») διασκορπισμένους σε σωστές αναλογίες στην χώρα υποδοχής. Με τους πραγματικούς και αδυσώπητους σημερινούς αριθμούς όμως, ουδέν ψευδέστερο. Εδώ θα πραγματευθώ μόνο μια από τις συνέπειες αυτού του φαινομένου για την Ελληνική κοινωνία που ίσως φανεί ότι ανήκει στις λιγότερο ουσιώδεις, επειδή είναι η λιγότερο «πρακτική» και μετρήσιμη, αλλά που μας επηρεάζει συνειδητά ή ασυνείδητα σε μέγιστο βαθμό γιατί χτυπάει την καρδιά των καταβολών μας: Την Ομορφιά, την απροσδιόριστη γλύκα της έννοιας που κάποιοι ξεπερασμένοι ή ανόητα ρομαντικοί ονομάζανε «πατρίδα» και που δεν σχετίζεται (μόνο) με ηρωικά κατορθώματα, αλλά κυρίως με την απλούστατη και θεμελιώδη ιδέα του σπιτιού, του οίκου, και του συνανήκειν σε μια κοινότητα.

Οι εγκληματικά αφημένες στην κακή τους μοίρα γκετοποιημένες γειτονιές της Αθήνας (οι θιασώτες της «πολυπολιτισμικότητας» ας μας εξηγήσουν γιατί άραγε αυτές οι γειτονιές εγκαταλείπονται συνεχώς από τους ντόπιους κατοίκους τους, αν όλα είναι φυσιολογικά με την ωραιότατη, κατά τη γνώμη τους, σημερινή «ανάμειξη», ή, καλύτερα, ας μετακομίσουν οι ίδιοι στον Άγιο Παντελεήμονα) είναι πρωτίστως τούτο: Πλήγμα στο αίσθημα και στο άρωμα των παιδικών μας χρόνων, δηλαδή του ίδιου του είναι μας. Η τρυφερή «λύπη», η «τυραννικότητα» και η «ευγένεια» της Οδού Ονείρων που θα μπορούσε να είναι η Αγορακρίτου, η Αριστοτέλους, η Αλκαμένους, η Αδμήτου ή ίσως κάποιες άλλες, «λαϊκότερες» από ετούτες, τις πάλαι ποτέ μεσοαστικές, προφανώς είναι ανύπαρκτη και άτοπη στο σημερινό περιβάλλον της ανακατωμένης μάζας γλωσσών, ήχων, οσμών και εικόνων που παρουσιάζουν τώρα οι περιοχές αυτές, όπως και πολλές άλλες. Και τούτο γιατί δεν υπάρχει κανένας συνδετικός ιστός μεταξύ των ψηφίδων του παζλ και, κυρίως, μεταξύ αυτών και του πολιτισμού του (επίσημου τουλάχιστον) περιγύρού τους. Οι «σειρές λαμπάδων» που προπέμπουν τον «Επιτάφιον αγλαόφωτον», καθώς κινεί «η αύρα πραεία…ηρέμα τους πυρσούς» (με τα αξεπέραστα λόγια του Παπαδιαμάντη να αποδίδουν στην «Παιδική Πασχαλιά» την ζηλευτά ελληνική Μεγαλοβδομαδιάτικη σκηνή, πανάρχαια και πανέμορφη, εθιμική συνέχεια του ανοιξιάτικου θρήνου για τον Άδωνι) στην Αγορακρίτου, στην Αδμήτου και στην Αχαρνών σύντομα θα είναι (αν δεν είναι ήδη) σβησμένη ανάμνηση κάλλους μέσα στο μηδέν και στην ασχήμια. Κι αυτό γιατί τούτη η πομπή είναι παντελώς αδιάφορη για τον (πολύμορφο=) άμορφο χυλό από ετερόκλητα στοιχεία του σημερινού αστικού περιβάλλοντος και δεν αποτελεί κοινό εθιμικό τους παρονομαστή όπως αποτελεί για τους Έλληνες, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων, για τους οποίους είναι ένα βαθιά εγγεγραμμένο πολιτιστικό δεδομένο, καθώς και απειράριθμα άλλα που συνθέτουν την κοινή μας μνήμη.

Για τις παντοίες εθνότητες που βρίσκονται σε μια χώρα υποδοχής, εκτός από δύσκολη, είναι σε τελική ανάλυση λανθασμένη και άδικη η προσπάθεια «αφομοίωσής» τους από τον πολιτισμό αυτής της χώρας: Σε κανέναν μας δεν θα άρεσε, νομίζω, να απαρνηθεί τον πολιτισμό του. Άρα το «σωστό» είναι ο μετανάστης να συνεχίζει να τον διατηρεί. Όμως η μαζική συγκέντρωση ανθρώπων από παντοία υπόβαθρα σε χώρους ξένους πολιτιστικά προς αυτά (χώροι που γίνονται ακόμα πιο «ξένοι» όταν προσπαθούν να φιλοξενήσουν ομάδες όχι απλώς από διαφορετικές χώρες, αλλά από διαφορετικές ηπείρους, με νοητικά / φιλοσοφικά / θρησκευτικά / ηθικά / αισθητικά / βιοτικά δεδομένα όχι μόνο απέχοντα έτη φωτός το ένα από το άλλο και από αυτά της χώρας υποδοχής, αλλά και συχνότατα, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, συγκρουόμενα με εκείνα) κάνει το έμμορφο περιβάλλον άμορφο. Τού στερεί την μορφή (απαραίτητη ασφαλώς για την ευμορφία), και καταδικάζει και τους ντόπιους αλλά και τους ίδιους τους μετανάστες σε πνευματική αποδόμηση, οδηγώντας στην αποσύνθεση και καταστροφή του βασικότερου δομικού στοιχείου της ψυχής κάθε ανθρώπου: Της ιδανικής ανάμνησης, ενός υποσυνειδήτου προσωπικού και συγχρόνως κοινού, ποτισμένου με την εντοπιότητα και με την ποιητική και μαγική νοσταλγία που έχει μέσα του ο αέρας και το φως, της σταθερής συνείδησης μιας ρίζας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που μόνο αυτή μπορεί να γεννήσει πολιτισμό.

Χωρίς αυτά, με λίγα λόγια χωρίς την απτή (και όχι την ακαδημαϊκή) παράδοση, την συλλογική παρακαταθήκη που με την σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να επιβιώσει γιατί χάνεται όχι από τα βιβλία αλλά από το οξυγόνο της γειτονιάς μας, άρα από μέσα μας, η όποια «καλλιτεχνική» παραγωγή δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα άλλο παρά ανερμάτιστη, αποπροσανατολισμένη, κακοχυμένη και ευτελής, όπως είναι και ο κατακερματισμένος αισθητικά και ιδεολογικά κόσμος που την περιβάλλει. Το χάος και η ασχήμια (δηλαδή η έλλειψη σχήματος, μορφής) το μόνο που μπορούν να γεννήσουν είναι χάος και ασχήμια όπως έξω έτσι και μέσα, δηλαδή απονέκρωση της ψυχικής διεργασίας που ορμάται από τον περιβάλλοντα κοινωνικό και πολιτισμικό χώρο για να παραγάγει έργο αξιόλογου αποτελέσματος και όχι «κουλτουριάρικο» / αδιάφορο χρονογράφημα ή φτηνή κηρυγματική ηθικολογία ή ο,τιδήποτε άλλο ασήμαντο και μικρό. Και η αν-ελληνικότητα στην οποία κινδυνεύει να φθάσει η Ελλάδα είναι μια τέλεια ασχήμια, όπως τέλεια ασχήμια είναι και το αντίστοιχο φαινόμενο για όλες τις χώρες που διαθέτουν συγκροτημένη πολιτιστική ταυτότητα. Γιατί, όπως μαρτυρεί η πορεία της τέχνης όχι μόνο με τα διαμάντια της δημώδους Μούσας αλλά και με πάμπολλους δημιουργούς από τον Θερβάντες, τον Γκόγκολ και τον Τσέχωφ ώς τον Σολωμό, τον Λόρκα και τον Μαρκές, από τον Ρενουάρ ώς τον Τσαρούχη, από τον Μπαχ και τον Λιστ ώς τον Μπάρτοκ και τον Σκαλκώτα, από τον Μπέργκμαν ως τον Κακογιάννη, το εθνικό είναι όμορφο: μόνο το εθνικό, ως πολιτισμικός περίγυρος και κινητήρια δύναμη της δημιουργίας, ακόμα και (ίσως μάλιστα ιδιαίτερα) στην στενότερη μορφή του, αυτήν του τοπικού (όχι απαραίτητα του «επαρχιακού»: Η Σκιάθος είναι για τον Παπαδιαμάντη ό,τι είναι για τη Βιρτζίνια Γούλφ το Μπλούμσμπερυ, η Λονδρέζικη γειτονιά της), μπορεί να λάμψει και να γίνει παγκόσμιο και διηνεκές με την δύναμη που περικλείει, την χτισμένη μέσα του με το υλικό των αιώνων.

One Comment

  1. Δημήτρης Αλευρομάγειρος
    22 Δεκεμβρίου 2010 01:38

    Πίσω από την οικονομική κρίση ή και μαζί με αυτή στόχος είναι η δόλια η Πατρίδα μας,
    Και οι ηγέτες μας;;;;εδω και στην Κύπρο καμαρώνουν σαν γύφτικα σκεπάρνια ότι κάνουν το καθήκον τους,
    Το καθήκον τους έκαναν μόνο εκείνοι οι αντάρτες το 1821, το 1912-13, το 1940, το 1955-59, που πήρανε τους κάθε λογής αποικιοκράτες με τις πέτρες και το καρυοφύλλι και τους έδιωξαν απο τη Γη των πατέρων μας.
    Και εστι κρατήθηκε η συνεχεια του Έθνους [και όχι κύριοι του ΣΚΑΙ και του ΕΛΙΑΜΕΠ, «Η Γέννηση ενος Έθνους» όπως -τουλάχιστον οι αγράμματοι μεντορές σας, μισθοφόροι του κάθε Σόρος σας επιβάλουν να λέτε..]
    Μπράβο στην Κυρία Μαρία Υψηλάντη,
    Υπάρχουν ευτυχώς πολλές και πολλοί με το ήθος και την αγωνιστικότητα της.
    Δημήτρης Αλευρομάγειρος

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>