Γράφει:

Έρευνα στην Κύπρο

Οι Ευρωπαίοι ελίτ, έστω και αργά, συνειδητοποίησαν ότι η ΕΕ έχει μείνει πίσω σε θέματα έρευνας και ανάπτυξης και ως εκ τούτου δυσκολεύεται να συναγωνιστεί τους κύριους ανταγωνιστές της (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Κίνα, Ινδία, Κορέα, κτλ). Με αυτό το σκεπτικό, το 2002 στη Βαρκελώνη, η ΕΕ έχει θέσει ως στόχο μέχρι το 2010 η κάθε χώρα μέλος της ΕΕ να προσφέρει το 3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕγχΠ) για έρευνα και ανάπτυξη. Στόχος είναι, όπως αναφέρεται και στην «Στρατηγική της Λισσαβόνας» (Lisbon Strategy) να καταστεί η ΕΕ ως «η πιο ανταγωνιστική οικονομία στον κόσμο και να επιτευχθεί ο στόχος της πλήρους απασχόλησης πριν από το έτος 2010». Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός θα πρέπει, αποφάσισαν οι αρχηγοί κρατών της ΕΕ, να υπάρχει μια (αναγκαία) μετάβαση προς μια ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία της γνώσης (εξού και το ο στόχος του 3% για έρευνα). Πόσο κοντά στον στόχο του 3% βρίσκεται όμως η Κύπρος (η οποία παρεμπιπτόντως προσπαθεί να γίνει και περιφερειακό ακαδημαϊκό κέντρο); Δυστυχώς καθόλου κοντά…

Αυτοί που ασχολούνται με την έρευνα στην Κύπρο και ξοδεύουν απέραντες ώρες προσπαθώντας να βρουν τα απαραίτητα κονδύλια, δεν ξαφνιάζονται καθόλου όταν ακούν ότι η Κύπρος είναι η Ευρωπαϊκή χώρα που προσφέρει το μικρότερο ποσοστό του ΑΕγχΠ της για έρευνα και ανάπτυξη. Είμαστε με λίγα λόγια οι τελευταίοι στη σχετική λίστα της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας με ποσοστό μόνο 0.45%, με την Σουηδία να βρίσκεται στην πρώτη θέση με ποσοστό 3.60% (βλέπε Πίνακα). Δεν είναι τυχαίο επίσης το γεγονός ότι οι Κύπριοι ερευνητές βρίσκονται σε μισθολογικό μειονέκτημα σε σύγκριση με πολλούς Ευρωπαίους συναδέρφους τους (χωρίς όμως να είμαστε και στην χειρότερη θέση στην ΕΕ). Στο τέλος της ημέρας, οι χαμηλοί μισθοί είτε θα οδηγήσουν τους κύπριους ερευνητές στο εξωτερικό (brain drain) ή απλά θα τους απομακρύνει από τον τομέα της έρευνας. Αυτό το φαινόμενο, ως επακόλουθο, σε συνδυασμό με την έλλειψη ερευνητικών κονδυλίων, μειώνει κατακόρυφα τις πιθανότητες ανάπτυξης ενός περιβάλλοντος με ουσιαστική ερευνητική υποδομή.

Αυτά τα στατιστικά αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς ότι ένας από τους διαχρονικούς στόχους όλων των τελευταίων κυβερνήσεων είναι να καταστεί η Κύπρος περιφερειακό ακαδημαϊκό κέντρο! Ίσως κάποιοι να ξεχνούν ότι η έρευνα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του ακαδημαϊκού κόσμου και ότι είναι ουσιαστικά αδύνατο να μετατραπεί ένα κράτος σε περιφερειακό ακαδημαϊκό κέντρο (όπου υποτίθεται θα ελκύει ξένους φοιτητές και ερευνητές) χωρίς τις απαραίτητες υποδομές (π.χ. μεγαλύτερες και πιο ολοκληρωμένες βιβλιοθήκες, εργαστήρια, κτλ), αλλά και χωρίς τα απαραίτητα κονδύλια για διεκπεραίωση υψηλού επιπέδου έρευνας.

Το γεγονός ότι δεν μπορούν οι υπεύθυνοι στην Κύπρο (και δεν αναφέρομαι μόνο στην σημερινή κυβέρνηση) να δούνε το «δάσος» και σε αυτό τον τομέα, δηλαδή την αναβάθμιση της Κύπρου σε περιφερειακό ακαδημαϊκό κέντρο, δεν είναι κάτι καινούργιο. Μάλλον το αντίθετο αφού η έλλειψη διορατικότητας είναι σύνηθες φαινόμενο σε όλους τους τομείς (πολιτική, κοινωνία, οικονομία, τουρισμό, κτλ). Δυστυχώς όμως όσο αφορά την έρευνα, ούτε το «δέντρο» δεν είμαστε σε θέση να δούμε. Όχι μόνο δεν υπάρχει η απαραίτητη διορατικότητα για να επιτευχθούν οι μακροχρόνιοι στόχοι, υπάρχει και ένα πολύ προβληματικό σύστημα όσο αφορά τα (ελάχιστα) κρατικά κονδύλια, που δυσκολεύει αφάνταστα τους ερευνητές. Γενικότερα, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρος ο ρόλος που διαδραματίζει το κράτος στο όλο ερευνητικό περιβάλλον της χώρας.

Οι κρατικοί φορείς που είναι υπεύθυνοι για την έρευνα – και για να είμαστε ξεκάθαροι μιλούμε κυρίως για το Ίδρυμα Προώθησης Έρευνας (ΙΠΕ), που είναι ουσιαστικά η βασική κρατική πηγή κονδυλίων – στην καλύτερη των περιπτώσεων υπολειτουργούν και στην χειρότερη, με τις υπερβολικές απαιτήσεις τους, ουσιαστικά «καταστέλλουν» την έρευνα αντί να την προωθούν. Για να είμαστε δίκαιοι το φταίξιμο δεν είναι πάντοτε ολότελα δικό τους, αφού σε πολλές περιπτώσεις το Ίδρυμα μένει προδομένο από το κρατικό σύστημα.

Βλέποντας κανείς την διαδικασία υποβολής πρότασης στο ΙΠΕ (αλλά και την ολοκλήρωση του ερευνητικού προγράμματος) αντιλαμβάνεται αμέσως γιατί το όλο σύστημα κάθε άλλο παρά προωθεί την έρευνα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι, φυσικά, τα διαθέσιμα κονδύλια, τα οποία περιβάλλονται από ένα πέπλο μυστηρίου. Σε όλο τον κόσμο (εκτός από την Κύπρο φυσικά), πριν ο ερευνητής μπει στον κόπο να γράφει μια ερευνητική πρόταση γνωρίζει εκ των προτέρων τόσο το ποσό που διατίθεται για τον συγκεκριμένο τομέα, όσο και το μέγιστο ποσό που μπορεί να διατεθεί ανά πρόταση. Ως εκ τούτου, ο ερευνητής είναι σε θέση να υπολογίσει περίπου, βάση του ανταγωνισμού που υπάρχει, τις πιθανότητες επιτυχίας. Στην Κύπρο ακόμη και αυτό, το αυτονόητο, αρχικό στάδιο δεν ισχύει πάντοτε. Για παράδειγμα, ανακοινώνεται από το ΙΠΕ ότι για τον «χ» τομέα υπάρχει ένα «ψ» ποσό, για το οποίο όμως η Βουλή είτε δεν έδωσε την τελική έγκριση, ή αποφάσισε αργότερα, μετά που οι καημένοι ερευνητές ξοδεύουν δύο μήνες να γράψουν προτάσεις των 15,000 λέξεων, ότι το συγκεκριμένο «ψ» ποσό πρέπει να μειωθεί, χωρίς όμως να διευκρινίζουν την μείωση αυτή. Τι σημαίνει αυτό; Ότι οι ερευνητές μπορεί να περιμένουν και ένα χρόνο (αν όχι και περισσότερο) για τα αποτελέσματα αφού δεν μπορούν να ανακοινωθούν αν δεν γνωρίζει το ΙΠΕ πόσα χρήματα έχει (και ως επακόλουθο σε πόσες προτάσεις μπορεί να δώσει χρήματα).

Φυσικά ο ερευνητής μπαίνει στην διαδικασία της αναμονής των αποτελεσμάτων μόνο αν καταφέρει να ολοκληρώσει τα προβληματικότατα έντυπα. Πιο συγκεκριμένα ένας ενδιαφερόμενος, αφού κατεβάσει την πρόταση από την ιστοσελίδα του ΙΠΕ, θα διαπιστώσει πολύ σύντομα ότι:

Α. Η το έντυπο είναι «κλειδωμένο». Σκοπός του κλειδώματος είναι η ομοιομορφία των προτάσεων η οποία φυσικά βοηθά στην δίκαιη βαθμολογία. Δυστυχώς όμως το κλείδωμα αυτό δημιουργεί άλλα προβλήματα όπως η λανθασμένη αρίθμηση των σελίδων (κάτι που μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη της πρότασης), ενώ πολλές φορές ανακαλύπτεις (πολύ αργά) ότι ένα συγκεκριμένο κομμάτι είναι «υπερ-κλειδωμένο» και δεν σου επιτρέπει να γράψεις τίποτα μέσα. Η λύση του ΙΠΕ είναι απλή: ξανακατέβασε την πρόταση και δοκίμασε για δεύτερη φορά την τύχη σου… Γενικά οι υποψήφιοι ερευνητές συνήθως σπαταλούν πολύ περισσότερο χρόνο στο «formatting» της πρότασης παρά στο περιεχόμενο.

Β. Οι προτάσεις έχουν επίσης μερικούς κανονισμούς που είναι εκτός-πραγματικότητας. Ένα κλασικό παράδειγμα για προτάσεις ΠΕΝΕΚ (για παράδειγμα) είναι το δικαίωμα της μιας και μόνο σελίδας για την βιβλιογραφική λίστα (δεν μιλώ για την περιγραφή της υφιστάμενης γνώσης, αλλά για την λίστα με τις πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για την εγγραφή της πρότασης). Εγώ προσωπικά δυσκολεύομαι να καταλάβω πως ένας υποψήφιος αποκτά πλεονέκτημα με την χρησιμοποίηση περισσότερων πηγών (και αν τα περιγραφικά μέρη της πρότασης είναι εντός ορίων). Υπόψη ότι υπάρχουν περιπτώσεις που προτάσεις «κόπηκαν» γιατί υπερέβησαν το όριο για 2-3 γραμμές…Ως εκ τούτου οι υποψήφιοι αναγκάζονται να μειώσουν την ποιότητα της πρότασης τους για να μην υπερβούν έστω και για μια γραμμή το όριο…

Γ. Δεν υπάρχουν ξεκάθαρες οδηγίες ή απαντήσεις από τους αρμόδιους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι πολλές φορές υπάρχει ασυνεννοησία εντός του ΙΠΕ. Ενώ οι (πλείστοι) υπάλληλοι του οργανισμού είναι ιδιαίτερα ευγενικοί και θέλουν να βοηθήσουν, πολλές φορές οι απαντήσεις τους δημιουργούν μεγάλα προβλήματα στους ερευνητές αφού αυτό που θεωρεί επιτρεπτό ένας λειτουργός, το βρίσκει λανθασμένο (και ως επακόλουθο αιτία απόρριψης της πρότασης) ένας άλλος.

Αυτά τα ενδεικτικά προβλήματα είναι μόνο η αρχή όμως, αφού ακόμη και οι επιτυχημένες προτάσεις έχουν το δικό τους γολγοθά. Οι συχνές και πολύπλοκες αναφορές που ζητά το ΙΠΕ μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος αναγκάζει τους ερευνητές να ξοδεύουν υπερβολικό χρόνο στην εγγραφή των αναφορών. Ο έλεγχος για την ποιότητα της δουλειάς θα μπορούσε να γίνει και με πιο εύκολους τρόπους, και υπάρχουν παραδείγματα από αρκετά ευρωπαϊκά προγράμματα.

Ως αποτέλεσμα, τα μικρά κρατικά κονδύλια (σε σύγκριση με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά), οι μεγάλες καθυστερήσεις για τα αποτελέσματα, αλλά και η ταλαιπωρία της συγγραφής και διεκπεραίωσης της έρευνας σίγουρα δεν βοηθούν καθόλου την ανάπτυξη της έρευνας στην Κύπρο.

Τα ευχάριστα νέα είναι ότι το ΙΠΕ δεν είναι η μοναδική επιλογή για εξεύρεση κονδυλίων, αφού υπάρχουν και οι διεθνείς πηγές που προέρχονται κυρίως από την ΕΕ. Είναι όμως καλύτερη η κατάσταση; Η απάντηση είναι σίγουρα ναι. Για αρχή τα ποσά που δίνονται είναι αρκετά μεγαλύτερα, κάτι που δίνει την ευχέρεια να γίνεται πιο ουσιαστική έρευνα αφού δίνει την δυνατότητα πρόσληψης του απαραίτητου προσωπικού για την διεκπεραίωση της έρευνας. Τα έντυπα είναι επίσης πιο εύκολα να συμπληρωθούν, ενώ πολλές φορές οι ενδιάμεσες αναφορές είναι απλές και καθόλου χρονοβόρες. Για να είμαστε δίκαιοι όμως, δεν είναι φυσικά όλα τα ευρωπαϊκά προγράμματα τα ίδια. Υπάρχουν όντως και κάποια που απαιτούν λεπτομερή ενδιάμεσες αναφορές κατά τη διάρκεια του προγράμματος.

Πέραν της εξεύρεσης κονδυλίων υπάρχει ακόμη ένα επιπλέον πρόβλημα στην Κύπρο: η έλλειψη ενδιαφέροντος για τη χρησιμοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων αλλά και η κρατική ευθυνοφοβία. Γενικά στον κρατικό μηχανισμό, ανεξάρτητα ποιος κυβερνά, υπάρχει μια τεράστια ευθυνοφοβία. Είναι ενδεικτικό ότι ερευνητές και ερευνητικά κέντρα προσφέρουν να δώσουν την έρευνα τους δωρεάν σε υπουργεία ή άλλους οργανισμούς για δική τους αξιοποίηση με την προϋπόθεση οι τελευταίοι να συμμετάσχουν ως συνεργαζόμενοι φορείς (χωρίς όμως να υποχρεούνται να ξοδέψουν χρήματα ή το χρόνο τους), και αυτοί αρνούνται ή καθυστερούν να δώσουν απάντηση σε σημείο που πρόταση πρέπει να παραδοθεί χωρίς την συμμετοχή τους. Πρέπει να σημειωθεί ότι η συμμετοχή κρατικών οργανισμών είναι μερικές φορές απαραίτητη αφού για την διεξαγωγή μιας έρευνας μπορεί να χρειάζονται άδειες, όπως π.χ. άδειες για να δοθούν ερωτηματολόγια σε μαθητές εν ώρα σχολείου. Το πρόβλημα δημιουργείται γιατί ακόμη και οι υψηλόβαθμοί υπάλληλοι των υπουργείων ή άλλων οργανισμών δεν είναι σε θέση να πάρουν την ευθύνη χωρίς την έγκριση του Υπουργού ή του ανώτατου υπεύθυνου! Με λίγα λόγια, ενώ θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα χαρούμενοι που θα έπαιρναν στα χέρια τους έρευνες πολλών δεκάδων χιλιάδων ευρώ, προτιμούν να μην έχουν τα αποτελέσματα παρά να πάρουν την οποιαδήποτε ευθύνη.

Οι αριθμοί, σε αυτή την περίπτωση, λένε την αλήθεια. Όπως είδαμε πιο πάνω η Κύπρος είναι στην τελευταία θέση, όχι όμως μόνο γιατί δεν ξοδεύει αρκετά στην έρευνα και ανάπτυξη, αλλά και γιατί οι κρατικοί φορείς έχουν μια πολύ προβληματική προσέγγιση και νοοτροπία. Δυστυχώς από όποια οπτική γωνία και να δούμε το θέμα, η Κύπρος είναι σε πολύ μειονεκτική θέση όσο αφορά το θέμα της έρευνας.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>