Γράφει: , ,

Συνέντευξη Μιχάλη Ατταλίδη: “Μας λείπουν ένας Μιτεράν και ένας Κολ”

Μιχάλης Ατταλίδης, Πρύτανης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

στους Μιχάλη Κοντό και Χριστίνα Ιωάννου

Με τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Λευκωσίας κ. Μιχάλη Ατταλίδη συζητήσαμε για την κρίση την οποία διέρχεται η ΕΕ, για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά και για τις προσδοκίες ημών των Κυπρίων από την ένταξή μας στην ΕΕ.

Γίνεται πολύς λόγος για την σχέση της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με την διεύρυνση της Ένωσης. Μήπως η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει φτάσει στο όριό της και μήπως η διεύρυνση σκοτώνει την εμβάθυνση;

Κατά την γνώμη μου η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπήρξε ανέκαθεν μία πορεία η οποία προχωρούσε σε σημείο που δεν μπορούσε να προβλεφθεί  στο προηγούμενο στάδιο της ιστορικής της εξέλιξής. Γι’ αυτό και δεν νομίζω ότι μπορεί να απαντηθεί εκ των προτέρων το κατά πόσον η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχει φτάσει στο όριό της. Το ερώτημα που μπορεί να τεθεί είναι ποια ζητήματα εγείρονται σε αυτό το στάδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Επειδή όμως πιστεύω ότι αυτά τα θέματα πρέπει να προσεγγίζονται και σε ιστορική προοπτική, σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν είναι η πρώτη φορά που η ΕΕ βρίσκεται φαινομενικά ενώπιον μιας κρίσης ως προς την εξέλιξη της ολοκλήρωσης. Μάλλον, από τον καιρό της δημιουργίας της, οι κρίσεις είναι συνήθη φαινόμενα. Ας θυμηθούμε π.χ. το γεγονός ότι αμέσως μετά την δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, το επόμενο βήμα, που ήταν η προσπάθεια της δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας, εξελίχθηκε σε μια μεγάλη αποτυχία η οποία όμως, κατά παράξενο τρόπο, δεν επηρέασε την ανάπτυξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διότι αμέσως μετά έγινε το βήμα της δημιουργίας της Ευρώπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Όμως σε μεταγενέστερο στάδιο υπήρξαν πραγματικές κρίσεις οι οποίες είχαν διάρκεια και φαίνονταν να σηματοδοτούν το τέλος του εγχειρήματος. Π.χ. η κρίση της πολιτικής της “άδειας καρέκλας” επί Ντε Γκωλ. Ολόκληρη σχεδόν την δεκαετία του ’70 η ΕOK βρισκόταν σε αδιέξοδο, εν μέρει για λόγους παρόμοιους με αυτούς που ισχύουν σήμερα, δηλαδή εξ’ αιτίας μιας γενικότερης οικονομικής κρίσης που ακολούθησε τον πόλεμο της Μέσης Ανατολής. Τα οικονομικά προβλήματα οδήγησαν σε μια προσπάθεια επανεθνικοποίησης των πολιτικών των Κρατών Μελών, σε βαθμό μάλιστα που, το 1982, ο Economist διακήρυσσε ότι είχε λήξει η πορεία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.  Κυκλοφόρησε με μια ταφόπετρα στο εξώφυλλό του, δηλώνοντας “ένθαδε κείται η ΕΟΚ”. Το λέω αυτό για να υποστηρίξω ότι δεν μπορεί να πει κανείς ότι είναι άνευ προηγουμένου η κρίση την οποία διέρχεται σήμερα η ΕΕ.

Εν τούτοις,  όντως  η Ε.Ε. διέρχεται σήμερα κρίση. Και βλέπω ότι δύο ή τρία ζητήματα  συγκλίνουν για να συντείνουν σε αυτή την κρίση: Το ένα είναι ασφαλώς η παγκόσμια οικονομική κρίση. Αν και την ανέφερα πρώτη δεν την θεωρώ  κατ’ ανάγκη ως τον πιο σημαντικό παράγοντα,  διότι η κρίση στα της ΕΕ προϋπήρχε της έλευσης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, απλώς η τελευταία έχει καταστήσει τον χειρισμό των πραγμάτων πιο δύσκολο. Το δεύτερο είναι η παγκοσμιοποίηση, ο παγκόσμιος ανταγωνισμός και η πίεση πάνω στις οικονομίες των Κρατών Μελών της ΕΕ, αλλά και η πίεση πάνω στα κοινωνικά τους συστήματα. Αυτές οι πιέσεις, σε συνδυασμό με την γήρανση του πληθυσμού, δημιουργούν πολύ μεγάλα ζητήματα για το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο –το οποίο στην πραγματικότητα δεν είναι μοντέλο της ΕΕ, αλλά μια κοινή συνισταμένη των προσπαθειών των ευρωπαϊκών κρατών , στα ιδιαίτερα πλαίσια της Ευρωπαϊκής κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ιστορίας, να έχουν ένα σύστημα κοινωνικής μέριμνας. Όσον αφορά στην οικονομική πίεση, αυτή προέρχεται από την μετανάστευση των βιομηχανιών της Ευρώπης προς τις αναδυόμενες οικονομίες. Υπάρχει τέλος ένα τρίτο ζήτημα, το οποίο οφείλεται σε κάποια φαινόμενα επανεθνικοποίησης που παρατηρούνται στα ευρωπαϊκά κράτη. Ως ένα τέτοιο φαινόμενο θα μπορούσε να σημειωθεί π.χ. η συμπεριφορά της γερμανικής κυβέρνησης σε σχέση με την στήριξη της Ελλάδας, μία ρηξικέλευθη  αντίδραση  για την Γερμανία, που συνέτεινε στο να ενταθούν τα προβλήματα γύρω από το ζήτημα  αυτό.

Για όλους αυτούς λοιπόν τους λόγους θα έλεγα ότι πράγματι η ΕΕ διέρχεται μια κρίση, η οποία σε κάποιο βαθμό επιτείνεται από ένα φαινόμενο το οποίο αποκαλώ έλλειψη ηγεσίας. Θεωρώ ότι η σημερινή ευρωπαϊκή ηγεσία δεν έχει αρθεί στο ύψος των περιστάσεων. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος: Δεν έχουμε ανθρώπους του πολιτικού εκτοπίσματος του Φρανσουά Μιτεράν και του Χέλμουτ Κολ, οι οποίοι όχι μόνο διέθεταν το πολιτικό ανάστημα  που τους επέτρεπε να είναι πρωταγωνιστές στην  διαδικασία της  ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά και η συνεργασία τους δημιούργησε μια κινητήριο δύναμη, αυτό που αργότερα ονομάστηκε γαλλογερμανικός άξονας. Σήμερα δυστυχώς δεν υπάρχει τίποτα το ισοδύναμο. Ούτε ως ατομικό πολιτικό ανάστημα, ούτε σε επίπεδο γαλλογερμανικής συνεργασίας για να αναβιώσει η ατμομηχανή της ΕΕ. Αντίθετα, βλέπουμε κάτι άλλο: Την εθνική πολιτική σε κάθε Κράτος Μέλος να κάνει το παν για να αποδώσει τα αρνητικά της σημερινής, δύσκολης οικονομικής συγκυρίας, στην ΕΕ. Αντίθετα, ηγέτες όπως οι Μιτεράν και Κόλ αναλάμβαναν ρίσκα στην εθνική τους πολιτική ζωή για να προωθήσουν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Πέραν του ατομικού, σε θεσμικό επίπεδο, η καθιέρωση θέσεων Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και Υπάτου Εκπροσώπου Εξωτερικής Πολιτικής από την Συνθήκη της Λισαβόνας δεν έχει επιφέρει κάποια βελτίωση στο ζήτημα της διαχείρισης των εσωτερικών ζητημάτων της ΕΕ; Επιπλέον, πώς σχολιάζετε την επιλογή των ατόμων;

Η αρχή της πορείας προς την Συνθήκη της Λισαβόνας και η κατάληξή της ανήκουν σε διαφορετικά στάδια της ιστορίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η αρχή της σημειώθηκε  σε μια εποχή κατά την οποία μπορούσε να γίνεται λόγος για απαρχή της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης, αφού είχε επιτευχθεί κάποιος βαθμός οικονομικής ενοποίησης.  Έχουμε π.χ. την ομιλία του τότε Γερμανού Υπουργού Εξωτερικών, Γιόσκα Φίσερ, στο Πανεπιστήμιο Humboldt to 2000,  ο οποίος είχε πει ότι φτάσαμε στο στάδιο κατά το οποίο πρέπει να δημιουργήσουμε την ευρωπαϊκή ομοσπονδία. Και αυτό διότι εν όψει της διεύρυνσης  που διαφάνηκε μετά την πτώση του τοίχους του Βερολίνου, το νέο, μεγάλο οικοδόμημα δεν μπορούσε να βασιστεί στους θεσμούς και τις διαδικασίες που υπήρχαν εκείνη την στιγμή. Επρόκειτο για μια πολύ σωστή διάγνωση. Η ομιλία εκείνη σημείωνε την απαρχή στις  διεργασίες που κατάληξαν στην συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, στην Ευρωπαϊκή Συνέλευση, στην Συνταγματική Συνθήκη  και, τέλος, στην Συνθήκη της Λισαβόνας. Πράγματι, η προσπάθεια ήταν να επινοηθούν  οι θεσμοί που ήταν αναγκαίοι για την νέα ΕΕ των E possibile scegliere anche tra numerosi giochi casino arcade e flash game. 27 Κρατών Μελών, χωρίς να έχει ακόμα ολοκληρωθεί η διεύρυνση. Έγινε μια σοβαρή προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση, η οποία δεν μπορεί να υποτιμάται. Αντίθετα, θα έλεγα ότι έδωσε πάρα πολλά εφόδια στην ΕΕ τα οποία ήταν αναγκαία εν όψει της νέας μεγάλης διεύρυνσης. Σαφώς και η αποτελεσματικότητα των θεσμών έχει αυξηθεί: Ο αριθμός των αποφάσεων που λαμβάνονται με σταθμισμένη πλειοψηφία και όχι με ομοφωνία έχει αυξηθεί κατά πολύ, έχουν δωθεί στην Ένωση θεσμοί με τους οποίους μπορεί να έχει μια πιο ισχυρή διεθνή παρουσία, έχουν δωθεί θεσμοί με τους οποίους μπορεί να είναι πιο ευέλικτη, όπως π.χ. η ενίσχυση της αρχής της επικουρικότητας, η δυνατότητα συνεργασιών μεταξύ κάποιων Κρατών Μελών για την αποσπασματική προώθηση της ολοκλήρωσης κ.α. Κατά συνέπεια, η Συνθήκη της Λισαβόνας έχει συνεισφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό στο να ενδυναμώσει την Ένωση και να επιλύσει μερικά από τα προβλήματα που διαφαίνονταν εν όψει της διεύρυνσης.

Όμως, θα ήθελα να σημειώσω κάποια ζητήματα: Κατ’ αρχάς, η νέα Συνθήκη πάσχει και από κάποιες αγκυλώσεις. Ο Άγγλοι λένε μερικές φορές ότι “η καμήλα είναι ένα άλογο το οποίο έχει σχεδιαστεί από μια επιτροπή”. Παρομοίως, αυτές τις Συνθήκες τις έχουν σχεδιάσει πολλές επιτροπές.  Αποτελεί ένα νομικό κείμενο το οποίο δημιουργήθηκε μέσα από συμβιβασμούς συμφερόντων, ανάγκη για ομοφωνία κ.λπ. Θα μπορούσε ενδεχομένως κανείς να το χαρακτηρίσει ως αγκυλωμένο, σε ότι αφορά στην μορφή της ηγεσίας που έχει δημιουργηθεί. Έχουμε πράγματι τώρα τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την Ύπατο Εκπρόσωπο και έχουμε και τις ομαδικές προεδρίες των τριών χωρών, καθώς και την εθνική προεδρία. Η πληθώρα αυτή των προεδριών φαίνεται, πρακτικά, να δημιουργεί κάποια ζητήματα σε ό,τι αφορά στην εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας. Πάντως αυτά φαίνεται να επιλύονται επί του πρακτέου, δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι έχει προστεθεί ακόμα μια διάσταση στο ανορθόδοξο του τρόπου οργάνωσης της ΕΕ  συγκρινόμενου με τον αντίστοιχο ενός ομοσπονδιακού κράτους. (Όχι πως υπάρχει σήμερα πολιτική στήριξη για μια ομοσπονδιακή κατεύθυνση.)

Ως προς τα άτομα που επιλέγηκαν για αυτά τα αξιώματα, διαφαίνεται και εδώ μια προσπάθεια να μην υπερτονιστεί η νέα ηγεσία, γι’ αυτό και επιλέγηκαν άτομα χαμηλών τόνων. Δεν είναι βέβαια και εύκολο να φανταστεί κανείς το αντίθετο, εάν αυτοί που θα επιλεγούν δεν θα έχουν αποδείξει σε μακροχρόνια βάση την ευρωπαϊκή τους εμπειρία και τον ευρωπαϊκό τους προσανατολισμό. Π.χ., εάν ο Χέλμουτ Κολ βρισκόταν εκείνη την στιγμή στο τέλος της θητείας του ως Καγκελλάριος της Γερμανίας, θα μπορούσε κανείς να τον φανταστεί στην θέση του Βαν Ρόμπεϊ. Εκείνος όμως ο ηγέτης υψηλού προφίλ που ήταν διαθέσιμος εκείνη την στιγμή ήταν ο Τόνι Μπλερ, του οποίου ο διορισμός στην υποτιθέμενη πιο ισχυρή θέση της ΕΕ θα ήταν κάπως παράδοξος, νοουμένου ότι υπήρξε ο αρχηγός μιας χώρας που με συνέπεια ακολουθεί ευρωσκεπτικιστική πορεία.

Υπάρχει λοιπόν ζήτημα ηγεσίας. Πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι όσο πιο έντονη και δραστήρια θα ήταν η ηγεσία που θα διοριζόταν, τόσο πιο πολύ θα υποβάθμιζε τις εθνικές ηγεσίες στις διεθνείς σχέσεις, κάτι που νομίζω ότι, σε αυτό το στάδιο,  μόνο λίγοι  στην ΕΕ επιθυμούσαν. Είναι και αυτό κάτι που εμπίπτει στις τάσεις επανεθνικοποίησης για τις οποίες μίλησα προηγουμένως.

Επίσης, οι επιλογές αυτές έχουν διασφαλίσει την αποφυγή  συγκρούσεων. Πράγματι, αυτή η πληθώρα των προεδριών και γενικά οι νέοι θεσμοί που δημιουργούνται όπως η Ευρωπαϊκή Διπλωματική Υπηρερσία, που είναι ένας πολύ σημαντικός νέος θεσμός, παρά τις δυσκολίες, τις καθυστερήσεις και τις νέες αποφάσεις που έπρεπε να ληφθούν, διαμορφώθηκαν χωρίς συγκρούσεις.

Ας επανέλθουμε λίγο στο κοινωνικό κράτος και την οικονομική βιοσιμότητα της ΕΕ, σε μια περίοδο παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Με δεδομένα τα βεβαρυμένα δημοσιονομικά των Κρατών Μελών, αλλά και το γεγονός ότι το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος είναι μέρος της ευρωπαϊκής κοινωνικοοικονομικής κουλτούρας, πιστεύετε ότι μπορεί η ΕΕ να ανακάμψει και να επανέλθει δυναμικά; Ή μήπως, χωρίς δραστικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, θα καταδικαστεί σε μια διαρκή κίνηση σημειωτόν;

Τίποτα δεν είναι διασφαλισμένο, με την εξής έννοια: Στην πραγματικότητα υπάρχουν έντονες πιέσεις πάνω στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Πρόκειται τόσο για εξωτερικές όσο και – σε κάποιο βαθμό – εσωτερικές πιέσεις. Εξωτερικά, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, αντιμετωπίζει τον μεγάλο ανταγωνισμό που δημιουργούν οι νέες, αναδυόμενες οικονομίες στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Εσωτερικά, υπάρχει αυτή η ανισορροπία που παρατηρούμε τώρα, μεταξύ της ανάπτυξης στον βορρά – τον οποίο συμβολίζει ιδιαίτερα η Γερμανία – και του νότου – τον οποίο συμβολίζει ιδιαίτερα η Ελλάδα. Κάποιοι θεωρούν ότι η οικονομική ισχύς της Γερμανίας έχει ως αντίβαρο την οικονομική αδυναμία της Ελλάδας και των άλλων Μεσογειακών χωρών της Ένωσης. Με άλλα λόγια, ένας από τους λόγους που η Ελλάδα αντιμετωπίζει το οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι το γεγονός ότι η Γερμανία έχει την οικονομική ισχύ που έχει, συνεχίζει να παράγει τα βιομηχανικά προϊόντα  που παράγει,  και τα εξάγει με μεγάλη επιτυχία, δεν καταναλώνει ιδιαίτερα και δεν αυξάνει με ραγδαίο ρυθμό τους μισθούς, κάτι που σημαίνει ότι οι χώρες του νότου έχουν την κακότυχη ευκαιρία να κτίσουν  αυτά τα τεράστια ελλείμματα. Δεν μπορεί βέβαια να πει κανείς ότι ευθύνεται η Γερμανία για την κρίση στην Ελλάδα. Μπορεί όμως να υποστηριχθεί ότι και εντός της ΕΕ υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ οικονομικά ισχυρών, ανεπτυγμένων χωρών και άλλων που έχουν ακόμη αρκετά χαρακτηριστικά υπανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένων πελατειακών  κρατικών δομών . Η συνύπαρξη των δύο τύπων χωρών σε ένα οικονομικό σύστημα και με ένα νόμισμα είναι δύσκολη και θα μπορούσε να είναι ομαλή μόνο μέσω της δημιουργίας μιας ενισχυμένης οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ.

Οπότε, το οικονομικό μέλλον της Ευρώπης εξαρτάται από δύο στοιχεία: Το πρώτο έχει να κάνει με την απώλεια της βιομηχανίας. Αφού τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν σε μεγάλο βαθμό (και με εξαιρέσεις όπως οι βιομηχανίες της Γερμανίας και οι αυτοκινητοβιομηχανίες της Γαλλίας και Ιταλίας) χάσει την βιομηχανία, δεν έχουν άλλη επιλογή από του να υιοθετήσουν πιο νεωτερικούς τρόπους ανάπτυξης, όπως  αυτή που βασίζεται στην έρευνα και στην  τεχνολογία, κάτι που οι ΗΠΑ έχουν κάνει αρκετά επιτυχώς. Το μέλλον της Ευρώπης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσον θα μπορέσει να ακολουθήσει αυτή την πορεία. Οι στόχοι της Λισαβόνας δεν έχουν επιτευχθεί, οπότε χρειάζεται μια ανανεωμένη και πιο αποτελεσματική προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση. Το δεύτερο στοιχείο είναι φυσικά το κοινωνικό κράτος. Προσωπικά συμφωνώ ότι αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού πολιτισμού.  Ωστόσο χρειάζεται  να  επινοηθούν πολιτικές  έτσι ώστε να μπορεί να συνδυαστεί με μια αποτελεσματική και ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς. Αυτό βέβαια δεν είναι εύκολο, ούτε όμως και αδύνατο. Σημειώστε ότι και εντός της Ευρώπης υπάρχουν χώρες, κυρίως οι Σκανδιναβικές, οι οποίες κατάφεραν να συνδυάσουν την ανεπτυγμένα συστήματα  κοινωνικής μέριμνας με αρκετά μεγάλου βαθμού οικονομική επιτυχία.

Τέλος, μια ερώτηση που αφορά στην Κύπρο. Πιστεύετε ότι εκπληρώθηκαν οι προσδοκίες των Κυπρίων από την ΕΕ; Έχουμε θέσει την ΕΕ σε ορθή ερμηνευτική βάση, αναμένουμε αυτά που θα έπρεπε να αναμένουμε από την Ένωση, ή μήπως την έχουμε αγιοποιήσει ή ενοχοποιήσει, αναλόγως του αν κάτι μας αρέσει ή όχι;

Το κυριώτερο που δεν πήραμε από την ΕΕ ήταν αυτό που αναμέναμε για το κυπριακό. Πρόκειται για ένα περίπλοκο ζήτημα αφ’ εαυτού. Προσωπικά, η ανάλυσή μου είναι ότι η στρατηγική του Ελσίνκι που ακολούθησε κυρίως η ελληνική κυβέρνηση ήταν αποτελεσματική και, πράγματι, οδήγησε την Τουρκία στο να μετακινηθεί  κάπως από την απόλυτα άτεγκτη στάση που τηρούσε από το 1974. Αυτή η κίνηση όμως ήρθε  πολύ αργά, μόνο μετά την υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης της Κύπρου στην ΕΕ, μετά το 2003, οπόταν στην πραγματικότητα η Κύπρος ήταν ήδη Κράτος Μέλος της ΕΕ. Αυτός είναι και ο λόγος που η στρατηγική αυτή οδήγησε μεν στην ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, χωρίς όμως την λύση του κυπριακού. Υπήρξε συγχρόνως και η εμπειρία του σχεδίου Ανάν και του δημοψηφίσματος, η οποία ήταν ο λόγος για τον οποίο ανακαταλήφθηκε μετά την ένταξη  η στρατηγική του Ελσίνκι. Είχαμε μία συγκυρία κατά την οποία είχαμε, αφ’ ενός, την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και, αφ’ εταίρου, το σχέδιο Ανάν, το οποίο στην κοινή γνώμη εμφανίστηκε σαν κάτι σύγχρονο, που πήγαζε εξ’ ίσου από την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου και το οποίο ήταν απορριπτέο. Μια λοιπόν μεγάλη απογοήτευση της Κύπρου σε σχέση με την ΕΕ είναι ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ένωση δεν οδήγησε στην λύση του Κυπριακού.

Ένα άλλο ζήτημα είναι το ότι η ίδια η Κύπρος δεν έχει αξιοποιήσει σε μεγάλο βαθμό την ιδιότητά της ως Κράτος Μέλος της ΕΕ. Στην ουσία, η συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΕ είναι σε κάποιο βαθμό μονοθεματική. Εξαντλείται δηλαδή στο πώς επηρεάζει ή δεν επηρεάζει το κυπριακό. Δεν έχει στραφεί η κυπριακή πολιτική ζωή προς τα μεγάλα ευρωπαϊκά θέματα, στα οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως. Γι’ αυτό πιστεύω ότι από την σκοπιά της Ευρώπης η Κύπρος μπορεί να φαίνεται και λίγο γραφική, μια χώρα η οποία δεν συμμετέχει στα τεκταινόμενα στην Ευρώπη. Εγώ θα προχωρούσα και ακόμα ένα στάδιο, λέγοντας ότι η υπέρμετρη επικέντρωσή μας στο κυπριακό σε σχέση με την ΕΕ, μπορεί να μας αποδυναμώνει ακόμα και στο ίδιο το κυπριακό. Επειδή δεν είμαστε πραγματικοί εταίροι και μέτοχοι στα της ΕΕ.

Σχετικά με το αν σωστά αναμένουμε αυτά που αναμένουμε από την ΕΕ, πιστεύω ότι δεν είναι θέμα επιλογής. Δεν μπορούμε να ανήκουμε αλλού, η ΕΕ είναι ο φυσικός μας χώρος ως ευρωπαϊκή χώρα που είμαστε, με όλες τις αδυναμίες και τις δυσκολίες της. Σε αυτά τα πλαίσια είναι που πρέπει η Κύπρος να χειριστεί το μέλλον της.  Δεν είναι σοβαρή συμπεριφορά η απόδοση φταιξιμάτων  στην Ευρωπαϊκή Ένωση  για τις ελλείψεις της εγχώριας πολιτικής ζωής, ή οι γραφικά ετεροχρονισμένες κριτικές και δυσπιστίες,  οι οποίες  ταυτίζουν την Ένωση  με την μια πλευρά  στις  ανύπαρκτες σήμερα ψυχροπολεμικές διενέξεις του παρελθόντος.  Γενικά δηλαδή πιστεύω ότι η Ένωση έχει περισσότερο δαιμονοποιηθεί  παρά αγιοποιηθεί στο Κυπριακό  πολιτικό σκηνικό.

One Comment

  1. Pingback

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>